ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ, ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Σ' όλη αυτή τη χρονική περίοδο, από την αρχαιότητα ως σήμερα, οι Αμυγδαλιώτες, προσπάθησαν να διατηρήσουν εθνικά τους χαρακτηριστικά, τη γλώσσα και τη θρησκεία. Αυτή η προσπάθεια φαίνεται στα διάφορα ήθη και έθιμα, στα δημοτικά τραγούδια, στα τοπωνύμια και στο γλωσσικό ιδίωμα, που θα αναφερθούν παρακάτω:

 

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - πΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Τα Χριστούγεννα είναι μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του χριστιανικού κόσμου. Σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία, στην οποία ανήκουν οι περισσότεροι έλληνες, είναι η δεύτερη σημαντικότερη γιορτή μετά το Πάσχα. Πριν από τα Χριστούγεννα, από του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου), αρχίζει η νηστεία της Σαρακοστής και η ψυχική προπαρασκευή για τη μεγάλη εορτή της γέννησης του Χριστού. Έτσι όλες οι οικογένειες το βράδυ του Αγίου Φιλίππου θ’ αποκρέψουν και θα ευχηθούν: «Καλή σαρακοστή να περάσουμε».

Πριν τα Χριστούγεννα οι γυναίκες καθάριζαν τα σπίτια τους και έφτιαχναν τα γλυκά (κουραμπιέδες, μπακλαβά κ.ά.). Δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, έφτιαχναν τις «κλούρες». Την πρώτη «κλούρα» την έφτιαχναν για το Χριστό και την έβαζαν στο καντήλι του σπιτιού.

 

ΤΑ ΚΟΛΙΑΝΤΑ

Λίγες μέρες αφού έμπαινε ο Δεκέμβρης, τα αγόρια του χωριού ανέβαιναν σε υψώματα και όλα μαζί φώναζαν δυνατά πολλές φορές «κόλιαντα», για να ακουστούν σε όλο το χωριό. Αυτό συνεχιζόταν κάθε μέρα, μέχρι την 23η Δεκεμβρίου. Ήταν μια προειδοποίηση πως πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Μετά τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, τα παιδιά κατά ομάδες, (και ήταν πολλά τότε), αφού χτυπούσαν πρώτα την καμπάνα της εκκλησίας, ξεκινούσαν για να πουν τα «κόλιαντα» στα σπίτια του χωριού. Στον ώμο τους είχα κρεμασμένο τον «τρουβά» για να βάλουν μέσα τις «κλούρες» (μικρά στρογγυλά ψωμάκια), τα κάστανα, τα καρύδια και τα αμύγδαλα που θα τους πρόσφεραν οι νοικοκυρές. Στα χέρια τους κρατούσαν τις «τζιουμπανίκες», (γερά ξύλα που κατέληγαν σε στρογγυλό σκληρό εξόγκωμα). Σε όλα τα σπίτια τραγουδούσαν το:

 

Κόλιαντα μπάμπω μ’ κόλιαντα, κι εμένα μπάμπω μ’ κλούρα

Κι εμένα την τρανύτερη και τώρα και του χρόνου

Κι αν δε μας δώσεις κόλιαντα δώσ’ μας ένα σιουτζιούκι

Να’ ναι τρανό, να’ ναι χοντρό, να’ ναι ζαχαρωμένο

Κι αν δεν έχεις κι σιουτζιούκι, δώσ’ μου τη θυγατέρα σ’

Να τη φιλώ, να την τσιμπώ να μι ζισταίν’ τα βράδια.

 

Σε μερικά σπίτια τους ζητούσαν να «σιουμπήσουν» (ανακατέψουν) τη φωτιά. Έμπαινε τότε μέσα ένα παιδί και με την «τσιουμπανίκα» του «σιουμπούσε» τη φωτιά λέγοντας: «Φέρνω αρνιά, φέρνω κατσίκια, φέρνω κι έναν γαμπρό» (ή ανάλογα με την περίσταση, ότι επιθυμούσαν οι νοικοκύρηδες του σπιτιού).

Αφού τα παιδιά λέγανε τα «κόλιαντα» και «σιουμπούσαν» τη φωτιά, τους δίνανε τις «κλούρες». Αν κάποιος ήθελε να δώσει κάστανα, καρύδια ή αμύγδαλα, έλεγε στα παιδιά να «β’λιάξουν». Τότε τα παιδιά έπεφταν στα γόνατα και βέλαζαν ενώ η νοικοκυρά τους έριχνε τα αμύγδαλα, καρύδια ή κάστανα. Αυτό γινόταν γιατί πίστευαν πως έτσι τα πρόβατα και τα γίδια τους θα γεννούσαν περισσότερα αρνιά και κατσίκια.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Την ημέρα των Χριστουγέννων κανένας δε λείπει από την εκκλησία που είναι ολόφωτη από τα κεριά και τις λαμπάδες μέσα στη νύχτα. Μετά τη λειτουργία, χαιρετά ο ένας τον άλλον και εύχεται «χρόνια πολλά».

Κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο στις Αμυγδαλιές Γρεβενών την ημέρα των Χριστουγέννων γίνονταν η «γουρνοχαρά». Δηλαδή το σφάξιμο των γουρουνιών. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που στο χωριό μας, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, όσοι έχουν την ονομαστική τους εορτή (Χρήστος, Χριστίνα, Μανώλης…), γιορτάζουν όχι στις 25, αλλά στις 26 Δεκεμβρίου. Γιατί η «γουρνοχαρά» για να ετοιμαστεί, θέλει πολύ δουλειά και δεν αφήνει περιθώρια για γιορτές.

 

 

Η «γουρνοχαρά» είναι ένα από τα»σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα. Έτσι από παλιά όλες οι οικογένειες έκαναν τα πάντα για να έχουν τονμεγαλύτερο χοίρο, δίνοντάς του να φάει αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρα, ακρίσιο, ζεστό νερό και αλάτι. Ήταν η εποχή που οι οικογένειες εξέτρεφαν τα χοιρινά για το κρέας και το λίπος τους. Όταν μάλιστα η οικογένεια είχε πολλά μέλη, το γουρούνι έπρεπε να παχύνει πολύ, ώστε το λίπος του να είναι αρκετό. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα. Άλλωστε το κρέας του γουρουνιού ήταν το μόνο κρέας που θα έτρωγαν για όλο το χρόνο. (Εκτός πια και αν ψοφούσε κάποιο πρόβατο, γίδα ή κότα.) Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που έφταναν πολλές φορές τα 20-25, τα οποία περίμεναν να πάρουν τη «φούσκα» του γουρουνιού, να τη φουσκώσουν και να παίξουν μ’ αυτή ποδόσφαιρο και άλλα παιχνίδια. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι’ αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως "γουρουνοχαρά ή γουρνοχαρά". Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν "έλα να σφάξουμε το γουρούνι", αλλά "έλα, έχουμε γουρουνοχαρά".

Η εργασία ήταν σκληρή και ο σφαγέας έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει τσεκούρι για να αποκόψει την καρωτίδα. Υπήρχαν περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να το σφάξουν, οπότε το γουρούνι έτρεχε να ξεφύγει με μισοκομμένο λαιμό.

Επίσης, το γδάρσιμο απαιτούσε χέρι δυνατό και τεχνικό για να μην κάνει τρύπες, δεδομένου ότι το δέρμα αυτό το χρησιμοποιούσαν και έκαναν τα λεγόμενα «γουρνοτσάρουχα», που τα φορούσαν για όλο το χρόνο και προπαντός στα χωράφια.

Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά κομμάτια. Το αλάτιζαν και το έβαζαν στην «κάδ’» (ξύλινος κάδος) για να το έχουν σαν ένα από τα κύρια φαγητά τους τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα.

Αφού τελείωναν όλες τις δουλειές, καταπιάνονταν ύστερα με το γέμισμα των λουκάνικων, για τα οποία έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια.

Το κρέας το έκοβαν κομματάκια με μαχαίρια. Το έπαιρναν κυρίως από τα πλευρά και το φιλέτο. Αυτό το κομμένο κρέας το έβραζαν μαζί με κομμένα πράσα και διάφορα μπαχαρικά, τα οποία έκαναν τα λουκάνικα να ευωδιάζουν. Να σημειώσουμε ότι λουκάνικα έφτιαχναν με τον ίδιο περίπου τρόπο και με το συκώτι του γουρουνιού (σκ’ωτένια ή σκ’ωτίσια).

Το λίπος, τον λεγόμενο «παστό», το έκοβαν μικρά κομματάκια και το ‘λιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το παστό, η νοικοκυρά πάσχιζε πραγματικά, επί 2-3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του.

Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι «τσιγαρίδες».

Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν η τηγανιά, μικρά κομμάτια χοιρινού στο τηγάνι με ρίγανη.

Το λιωμένο λίπος (=λίγδα) το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα.

Ακόμα τοποθετούσαν μέσα στη λίγδα κομμάτια βρασμένου κρέατος που το έλεγαν «καβουρμά». Ο «καβουρμάς» κρατούσε, χωρίς να χαλάσει, μέχρι το καλοκαίρι.

Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί ήταν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες. Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του.

Από το γουρούνι τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τίποτα δεν πετούσαν. Με το κεφάλι, τα αυτιά και τα πόδια, έφτιαχναν πατσά. Τον πατσά τον έβαζαν σε πιάτα, τον άφηναν να παγώσει και έτρωγαν σχεδόν όλο το χειμώνα.

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ

Στον τόπο μας την εποχή αυτή, αν δεν έχομε χιόνια πολλά, θα ‘χουμε κρύα τσουχτερά, δυνατά κρύα. Έτσι, κάθε χρόνο γιορτάζουμε την πρωτοχρονιά.

Οι γυναίκες συγυρίζανε το σπίτι και κάνανε το κάθε τι να λάμπει. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με ανασηκωμένα τα μανίκια, με τα μαλλιά της κεφαλής δεμένα με μαντήλι για να μην τα τρώει η σκόνη, πλάθουνε και χτυπούνε το ζυμάρι, το πασπαλίζουνε με αλεύρι και μυρωδιές και κάνουνε τη "βασιλόπιτα". «Ανοίγουνε φύλλο» και με έξη τέτοια φύλλα, χωρίς να προσθέσουν τίποτα άλλο έφτιαχναν τη βασιλόπιτα. Ανάμεσα στα φύλλα τοποθετούσαν διάφορα συμβολικά σχήματα που έφτιαχναν από κάποιο κλαδί. Ένα κλαδί ήταν το «κοτέτσι». Ένα άλλο ήταν ο «ζυγός». Ένα άλλο η «στρούγκα». Και φυσικά το «φλουρί».

 

  

                                                                         Η βασιλόπιτα.                        Η «στρούγκα».                   

Την Πρωτοχρονιά, λίγο πριν το μεσημέρι, την ψήνανε στο φούρνο. Το μεσημέρι μαζεύονταν όλη η οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι και ο μεγαλύτερος την έκοβε, αφού πρώτα την έστριβε τρεις φορές και τη «σταύρωνε» με το μαχαίρι. Το πρώτο κομμάτι ήταν πάντα του Χριστού και τα άλλα από έναν για τον καθένα, ανάλογα με το που θα σταματούσε η βασιλόπιτα μετά από τις τρεις στροφές. Όποιος στο κομμάτι του έβρισκε τη «στρούγκα», θα είχε για όλο το χρόνο την ευθύνη για τα γιδοπρόβατα. Όποιος έβρισκε το «ζυγό», θα είχε την ευθύνη των μεγάλων ζώων (άλογο, γάιδαρο και βόδια). Και αντίστοιχα όποιος έβρισκε το «κοτέτσι», θα είχε την ευθύνη για τις κότες. Ενώ αυτός που θα έβρισκε το «φλουρί», θα ήτανε ο τυχερός του σπιτιού και αυτός που για όλο το χρόνο θα είχε το ταμείο της οικογένειας.

 

 

 

Ρουγκουτσάρια.              

Αυτού του εθίμου η αναβίωση γίνεται κάθε πρωτοχρονιά. Νωρίς το πρωί οι νέοι του χωριού ντύνονται τσολιάδες, εκτός από έναν που ντύνεται γυναίκα (νύφη), και έναν που φοράει τα κουδούνια και βάφεται μαύρος, ο Ρούνγκος ή Ρουνγκουτσάρης. Οι τσολιάδες κρατάνε στα χέρια τους μαχαίρια, ο Ρουνγκουτσάρης τη τσιουμπανίκα (ξύλο με χοντρή - στρογγυλή άκρη) και η νύφη ένα πορτοκάλι. (Παλιά που το χωριό είχε πολλούς νέους, ντύνονταν μόνο αυτοί οι νέοι που η «σειρά τους» θα πήγαινε στο στρατό).

Συγκεντρώνονται στο Κοινοτικό Κατάστημα νωρίς το πρωί. Δυο ή τρεις τσολιάδες πάνε στην εκκλησία. Ανάβουν κερί, προσκυνούν και μετά από λίγο αποχωρούν. Μόλις τελειώσει η λειτουργία ο κόσμος συγκεντρώνεται στο προαύλιο της εκκλησίας και περιμένει τα ρουνγκουτσάρια που έρχονται τραγουδώντας το:



Άγιος Βασίλη έρχεται Γενάρης ξημερώνει
Βασίλη μ' πόθεν έρχεσαι, και πόθεν κατεβαίνεις.
Από τα ξένα έρχομαι και στα δικά σας πάω .
Αν έρχεσ' απ' την ξενιτιά πες μας ένα τραγούδι.
Εγώ τραγούδια μάθαινα τραγούδια να σας λέω.
Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει ένα τραγούδι
Κι η πατερίτσα ήταν χλωρή κι απόληκε κλωνάρια
Κλωνάρια χρυσολκώναρα με τ’ αργυρένια φύλλα.

 

Φτάνοντας, κατευθύνονται προς το μέρος που βρίσκεται ο Πρόεδρος του χωριού και τραγουδούσανε το:

Αφέντη μου πρωτότοκε και πρωτοτιμημένε 
πρώτα σε τίμησ' ο Θεός και ύστερα ο κόσμος. 
Δεν έπρεπες αφέντη μου σε τούτα τα σοκάκια 
μον' έπρεπες αφέντη μου στης πόλης τα παλάτια 
να κοσκινίζεις τα φλουριά να δερμονίζ'ς τα γρόστα . 
Κι από τα κοσκινίσματα κέρνα τα παλικάρια, 
κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρων να πειν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου, 
για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου.

Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

 

Μετά αποχωρούν για να πάνε σ' όλα τα σπίτια του χωριού. Σε κάθε σπίτι του χωριού τραγουδούν και το ανάλογο τραγούδι. 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ (Ρουγκατσάρια)

Στον πρόεδρο του χωριού τραγουδούσανε:

Αφέντη μου πρωτότοκε και πρωτοτιμημένε 
πρώτα σε τίμησ' ο Θεός και ύστερα ο κόσμος. 
Δεν έπρεπες αφέντη μου σε τούτα τα σοκάκια 
μον' έπρεπες αφέντη μου στης πόλης τα παλάτια 
να κοσκινίζεις τα φλουριά να δερμονίζ'ς τα γρόστα . 
Κι από τα κοσκινίσματα κέρνα τα παλικάρια, 
να τρων να πειν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου, 
για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου.

Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

 

Στον Παπά τραγουδούσανε:

Κατ' από την κληματαριά κατ' από το άγιο κλήμα 
εκεί κοιμάται ο Δέσποτας με το σταυρό στα χέρια 
κανένας δεν ετόλμησε να πάει να τον ξυπνήσει 
μόν' η κυρά η Παναγιά πάει και τον ξυπνάει να 
για σήκω πάνω Δέσποτα και μην βαρτοκοιμάσαι 
Τα μοναστήρια σήμανα κι οι εκκλησιές διαβάζουν 
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

 

Στους Βασίληδες τραγουδούσανε:


Άγιος Βασίλης έρχεται Γενάρης ξημερώνει 
Βασίλη μ' πόθεν έρχεσαι πόθε κατεβαίνεις 
Από τα ξένα έρχομαι και στα δικά σας πάω 
Αν έρχεσ' απ' την ξενητιά πες μας ένα τραγούδι 
Εγώ τραγούδια μάθαινα τραγούδια να σας λέω 
Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει ένα τραγούδι 
κι η πατερίτσα ήταν χλωρή και απόληκε κλωνάρια 
κλωνάρια χρυσοκλώναρα και αργυρένια φύλλα 
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

Όπου έχουν ξενιτεμένους τραγουδούσανε:


Ξενητεμένο μου πουλί και παραπονεμένο 
η ξενητιά σε χαίρεται Και και γω χω τον καημό μου 
τι να σου στείλω ξένε μου εκεί στα ξένα που' σαι 
να στείλω μήλο σέπεται κυδώνι μαραγκιάζει 
να στείλω και το δάκρυ μου σ' ένα χρυσό μαντήλι 
το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι 
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

Στο Γραμματέα και το Δάσκαλο τραγουδούσανε:


Γραμματικός καθότανε σε μάρμαρο τραπέζι 
Έγραφε και κοντίλιαζε τριών λογιών μελάνι
Και σήκωσε το χέρι του και χύθηκ' η μελάνη

και βάψανε τα ρούχα του τα χρυσοκεντημένα

σ’ εννιά ποτάμια τα 'πλεναν και βάψανε και κείνα 
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

Στα ανύπαντρα αγόρια τραγουδούσανε:

Εκίνησε ο νιούτσικος να πάει να αρραβωνιάσει 
Ουδέ τα ρούχα έπαιρνε ουδέ τον αρραβώνα.

Κι η μάνα του τον έλεγε κι η μάνα του τον λέει,

για γύρνα πίσω νιούτσικε για γύρνα παραπίσω,

για γύρνα πάρ’ τα ρούχα σου πάρε την αρραβώνα.
Εκεί π' θα πάω μάνα μου εκεί π' θ' αρραβωνιάσω
Ουδέ τα ρούχα μου ζητούν, ουδέ την αρραβώνα.
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

Στα ανύπαντρα κορίτσια τραγουδούσανε:

Προξενητάδες κίνησαν 'πό μέσα από την πόλη 
προξενετούσαν κι έλεγαν προξενετούν και λένε 
το τίνος είναι η λυγερή που 'ρχεται απ' το πηγάδι 
φοράει γκιορντάνια στο λαιμό κι ασήμια στο κεφάλι.
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

Στα νιόπαντρα και αρραβωνιασμένα τραγουδούσανε:


Κρατείν ο δέντρος τη δροσιά κρατείν κι ο νιός την κόρη

στα γόνατα την έπαιζε στα μάτια την κοιτούσε

στα χείλη και στα μάγουλα γλυκά την εφιλούσε. 
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

Στα μοναχοπαίδια τραγουδούσανε:

Η μάνα που'χει τον υγιό το μόνο κανακάρη 
τον έλουζε τον χτένιζε και στο σχολειό τον στέλνει

κι ο δάσκαλος τον καρτερεί με μια χρυσή βεργούλα
παιδί μου πουν τα γράμματα πουν τα πινακίδια.

Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους μου πέρα πέρα. 
πέρα εκεί στις όμορφες πέρα στις μαυρομάτες.
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

 

Στους τσοπάνηδες τραγουδούσανε:

 

Εδώ σε τούτην την αυλή την μαρμαροστρωμένη

εδώ 'χουν χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια.

Βόσκατα …. βόσκατα καλά μεσαριασέτα

κάτω στους κάμπους μην τα πας στα πράσινα λιβάδια

γιατί έχει λησμοβότανο και λησμονούν τα αρνιά τους. 
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

 

Στους πολύτεκνους τραγουδούσανε:

 

Καλότυχος αφέντη μου με του υγιούς από 'χεις

ένας μαθαίνει γράμματα κι' άλλος μαθαίνει τέχνη
κι ο τρίτος ο μικρότερος μαθαίνει να λογιάζει,

φέρνει τα λάφια ζωντανά τ' αγρίμια σκοτωμένα.
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

 

Στις αρραβωνιασμένες κοπέλες τραγουδούσανε:

 

Εδώ σε τούτην την αυλή την μαρμαροστρωμένη
εδώ' χουν κόρη ανύπαντρη κόρη αρραβωνιασμένη 
της τάξανε το Βασιλιά, της τάξανε το Ρήγα.
Δε θέλω εγώ το Βασιλιά δε θέλω εγώ το Ρήγα 
μόν' θέλω εγώ το νιούτσικο τον καγκελοφρυδάτο
Και βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη 
αν έχεις γρόσια δώσ' μας τα φλουριά μην τα λυπάσαι

Αν έχεις και μονόγροσια κέρνα τα παλικάρια

κέρνατ' αφέντη μ' κέρνατα τα λασποκοπημένα 
να τρών’ να πίν’ν να χαίρονται να λεν για την υγειά σου

για την υγειά σου αφέντη μου για την καλή χρονιά σου 
Έχετε γεια, έχετε γεια και τώρα και του χρόνου.

 

Σ' όποιο σπίτι δεν τους άνοιγαν την πόρτα, τότε τραγουδούσανε κοροϊδευτικά το τραγούδι:


Του κασιδιάρη τ' άλογο στη βατσινιά δεμένο 
οι καραμούζες το τσιμπούν κι αυτό μόν' καμαρώνει, 
αφέντη μου στην κάπα σου εννιά χιλιάδες ψείρες,
άλλες γενούν άλλες κλωσούν κι άλλες τ' αυγά μαζώνουν
κι άλλες το Θο παρακαλούν να μην τις ζεματίσουν.

 

Σε κάθε σπίτι οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Οι νοικοκυρές τους περίμενανν με μεζέδες, γλυκά, πορτοκάλια, και μανταρίνια. Το απομεσήμερο αφού γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού και τα μαγαζιά, τότε πήγαιναν στην πλατεία του χωριού για να χορέψουν. Πρώτος χόρευε ο Ρουνγκουτσάρης, ενώ όλοι μαζί τραγουδούσανν το τσάμικο τραγούδι:

 

Παιδιά μ' σαν θέλ’τε λεβεντιά και Κλέφτες να γενείτε 
εμένα να ρωτήσετε, πως τα περνούν οι κλέφτες.
Δώδεκα χρόνια έκανα στους κλέφτες καπετάνιος 
ζεστό ψωμί δεν έφαγα, σε στρώμα δεν κοιμήθ’κα 
το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα 
το έρημο ντουφέκι μου σαν μάν’ αγκαλιασμένο.

 

Πριν τελειώσει το χορό ο Ρουνγκουτσάρης, πετούσε ψηλά την τζουμπανίκα και οι χωριανοί προσπαθούσαν να την πιάσουν. Όποιος την έπιανε θεωρούνταν τυχερός και την κρατούσε για όλο το χρόνο. Στη συνέχεια χόρευε η «νύφη», ενώ όλοι μαζί τραγουδούσαν:


Ένα νερό κυρα Βαγγελιώ, ένα νερό κρύο νερό
κι από πούθε κατεβαίνει, Βαγγελιώ μου παινεμένη;
Από γκρεμό, κυρα Βαγγελιώ, από γκρεμό γκρεμίζεται 
και σε περιβόλι μπαίνει, Βαγγελιώ μου παινεμένη.
Ποτίζει δε - κυρα Βαγγελι, ποτίζει δέντρα και κλαριά 
εμ ποτίζει Κυπαρίσσια, σαν τα όμορφα κορίτσια
ποτίζει και, κυρα Βαγγελιώ, ποτίζει κι ένα αγιόκλημα 
όπου κάνει το σταφύλι, σαν της Βαγγελιώς τα χείλη.

 

Προς το τέλος του χορού η «νύφη» πετούσε το πορτοκάλι που είχε στο χέρι. Όποιος το έπιανε, θεωρούνταν τυχερός. Στη συνέχεια χόρευαν με τη σειρά όλοι οι τσολιάδες διάφορα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια, («σαράντα παλικάρια», «Στης Πάργας τον ανήφορο», «δεν μπορώ μανούλα μ’ δεν μπορώ» κλπ.) 

Πριν από χρόνια, ο κόσμος κερνούσε τα Ρουγκουτσάρια τρόφιμα (κρέας, φρούτα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα κλπ) και αργότερα χρήματα που χρησιμοποιούσαν για κοινωφελείς σκοπούς. Σήμερα το έθιμο αυτό το αναβιώνει ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού και επειδή οι νέοι είναι λίγοι συμμετέχουν σ' αυτό διαφορετικές ηλικίες. Τα τελευταία δε χρόνια ο Πολιτιστικός Σύλλογος αναβίωνε το έθιμο και στην πόλη των Γρεβενών την παραμονή της πρωτοχρονιάς.

Οι ρίζες των «ρουνγκουτσαριών» κατά πάσα πιθανότητα βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Την εποχή αυτή γιορτάζονταν από τους αρχαίους Έλληνες τα «μικρά Διονύσια» ή «Διονύσια των αγρών». Τον ισχυρισμό αυτό ενισχύουν εκτός των άλλων τα κουδούνια του «Ρουνγκουτσάρη» και το σχήμα της τζιουμπανίκας που θυμίζει φαλλό. Στην πορεία βέβαια μετεξελίχτηκαν, παίρνοντας στοιχεία του αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων κατακτητών, στοιχεία που διατηρούνται μέχρι και σήμερα. Η λέξη «ρουνγκουτσάρια» προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα ή από το λατινικό «ρονγκ», που σημαίνει «ζητώ» ή από το σλάβικο «ρόνγκο» που σημαίνει «κέρατο».

Ενώ σύμφωνα με μια προφορική παράδοση το έθιμο αυτό στα χρόνια της τουρκοκρατίας, κάθε πρωτοχρονιά οι Τούρκοι επέτρεπαν ( έδιναν κάτι σαν αμνηστία) στους κλέφτες να κατεβαίνουν στα χωριά τους (γι’ αυτό και οι τσολιάδες κρατούν μαχαίρια παρατεταμένα και απειλητικά). Βλέπανε τους δικούς τους τρώγανε, πίνανε, γλεντούσαν παίρνανε τρόφιμα και μπορεί και κάποιος από αυτούς να παντρεύονταν κιόλας (αυτό συμβολίζει η «νύφη»). Ο Ρουνγκουτσάρης συμβολίζει τον Τούρκο - τον αράπη (γι’ αυτό και βάφεται μαύρος) που τον κοροϊδεύουν κρεμώντας του κουδούνια. 

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ενώ το έθιμο αυτό το συναντά κανείς σχεδόν σε όλη τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, με μικρές παραλλαγές του ονόματος, σχεδόν πουθενά δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των λατρευτικών εκδηλώσεων των κατοίκων του χωριού, κατέχουν οι εκδηλώσεις των Απόκρεω. Ξεκινούσαν από πολύ νωρίς, λίγο μετά την Πρωτοχρονιά. Οι νέοι του χωριού, χωρισμένοι σε μαχαλάδες συγκέντρωναν κέδρα. Υπήρχε ένας άτυπος συναγωνισμός, μια κρυφή άμιλλα για το ποιος μαχαλάς θα κάνει το μεγαλύτερο και καλύτερο φανό. Τα κέδρα τα συγκέντρωναν κατά μαχαλάδες και πολλές φορές τις νύχτες τα φρουρούσαν γιατί υπήρχε κίνδυνος να τα κλέψουν οι δίπλα μαχαλάδες.

Φωτ.

Φανοί γίνονταν στους μαχαλάδες:

α) στους Καραλιολιαίους,

β) στους Ζεμπιλαίους,

γ) στους Ντινοπαπαίους

δ) στην πλατεία

ε) στον πέρα μαχαλά (Αγία Τριάδα),

στ) στους Γκιλιαίους,

ζ) στους Ροτσκαίους,

η) στους Λιακαίους και

θ) στους Ντροβατζαίους.


Αρκετές μέρες πριν την Κυριακή της Αποκριάς, πολλοί χωριανοί ντύνονταν μασκαράδες και επισκέπτονταν γειτονικά και φιλικά σπίτια, με τα απαραίτητα κεράσματα και «πειράγματα». Την Κυριακή της Τυρινής (την Μεγάλη Αποκριά) λίγο πριν ανάψει ο φανός, συνηθιζόταν και συνηθίζεται οι πιο νέοι σε ηλικία να επισκέπτονται τους μεγαλύτερους συγγενείς τους. Τους φιλούσαν το χέρι (με το αζημίωτο φυσικά, πάντα οι μεγαλύτεροι "κερνούσαν" τους νεότερους συγγενείς τους χρήματα όταν είχαν ή γλυκά και άλλα κεράσματα) και αλληλοσυγχωριούνταν ενόψει των Απόκρεων. Αφού τρώγανε στο οικογενειακό τραπέζι, η βραδιά τελείωνε με την περίφημη παραδοσιακή «χάσκα». Στην άκρη μακριού σπάγκου στερεωμένου σε έναν κλώστη, έδεναν ένα σφιχτό-βρασμένο και καθαρισμένο αυγό. Αυτός που κρατούσε τον σπάγκο από τον κλώστη τον περιέφερε γύρω-γύρω μπροστά στα στόματα των συγκεντρωμένων, οι οποίοι προσπαθούσαν να αρπάξουν με τα δόντια το αυγό. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί η «χάσκα» δεν σταματούσε σε ένα σημείο και το αυγό τους ξέφευγε. Έτσι δημιουργούνταν μια ατμόσφαιρα γεμάτη ευθυμία, γέλια και ξεφωνητά.

Μετά, περίπου στις 9 το βράδυ ακολουθούσε το άναμμα του φανού. Ο κόσμος συγκεντρώνονταν γύρω από το φανό. Τα πειράγματα, οι αθυροστομίες, οι βωμολοχίες και τα υπονοούμενα κυριαρχούν στα τραγούδια και τους χορούς γύρω από τη φωτιά, απομεινάρια από τις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές και Αριστοφανικές εκφράσεις. Τα τραγούδια τα τραγουδούσε ο πρωτοχορευτής και επαναλάμβαναν τα λόγια οι υπόλοιποι. Επισκέπτονται το φανό μασκαράδες, οι οποίοι σέρνουν το χορό κάνοντας ταυτόχρονα διάφορα αστεία και πειράγματα.

Οι πιο νέοι παίρνουν φόρα και επιχειρούν να πηδήσουν πάνω από τον φανό φωνάζοντας «ψύλλοι, ψύλλοι, ψύλλοι …..». Πολλοί τα καταφέρνουν, αλλά άλλοι όχι. Και τότε ακολουθούν γέλια και πειράγματα. Οι παλαιότεροι λένε πως αυτό γινόταν παλιά για να διώξουν τις ψείρες και τους ψύλλους που είχαν πάνω τους. Αλλά το πιο πιθανό είναι πως και αυτό είναι απομεινάρι αρχαίας λατρείας. 

 

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

1.ΜΗΛΙΤΣΑ

Μηλί μωρέ μηλίτσα

που ’σαι στο γκρεμό

μηλίτσα που ’σαι στο γκρεμό

με μήλα φορτωμένη. (2)

Τα μη- μωρέ τα μήλα σου λιμπίστηκα

τα μήλα σου λιμπίστηκα

και το γκρεμό φοβάμαι. (2)

Κι αν το μωρέ κι αν το φοβάσαι το γκρεμό

κι αν το φοβάσαι το γκρεμό έλ’ απ’ το μονοπάτι . (2)

Το μο- μωρέ το μονοπάτι μ’ έβγαζε

το μονοπάτι μ’ έβγαζε σε μια ψηλή ραχούλα . (2)

2. ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΘΑ ΚΑΤΕΒΩ

Στον Άδη θα κατέβω (3)

και στον παράδεισο

κι αμάν και στον παράδεισο .

Το χάρο ν’ ανταμώσω (3)

δυο λόγια να του πω

κι αμάν δυο λόγια να του πω.

Χάρε για χάρισέ μου (3)

σαΐτες κοφτερές

κι αμάν σαΐτες κοφτερές.

να πάω να σαϊτέψω (3)

δυο τρεις μελαχρινές

κι αμάν δυο τρεις μελαχρινές.

Που’ χουν στα χείλη βάμμα (3)

στο μάγουλο ελιά

κι αμάν στο μάγουλο ελιά.

Κι ανάμεσα στα στήθια (3)

χρυσή πορτοκαλιά

κι αμάν χρυσή πορτοκαλιά.

Που κάν’ τα πορτοκάλια (3)

μικρά και στρογγυλά

κι αμάν μικρά και στρογγυλά.

3. ΣΟΥΛΤΑΝΑ

Για μάσ’ τα περιστέρια σου

Σουλτάνα μ’ Σουλτάνα μ’

που ’ρχονται στην αυλή μου

Σουλτάνα μ’ μαυρομάτα .

Μι τρών’ μι πίνουν το νερό

Σουλτάνα μ’ Σουλτάνα μ’

μι κουβαλούν το χώμα.

Σουλτάνα μ’ μαυρομάτα .

Το χώμα μι χρειάζεται

Σουλτάνα μ’ Σουλτάνα μ’.

κι το νερό το θέλω

Σουλτάνα μ’ μαυρομάτα.

Θέλω να χτίσω εκκλησιά

Σουλτάνα μ’ Σουλτάνα μ’

να χτίσω μοναστήρι

Σουλτάνα μαυρομάτα.

Να ’ρχονται οι νιες

να ’ρχονται οι γριες

Σουλτάνα μ’ Σουλτάνα μ’

να ’ρχονται παλικάρια

Σουλτάνα μ’ μαυρομάτα.

4. ΤΑ ΑΡΝΙΑ

Κάτω εκεί μωρέ παιδιά

κάτω ‘κεί στην ποταμιά (2)

έβοσκαν καμπόσα αρνιά.

Άλλα μπε- μωρέ παιδιά

άλλα μπέλα κι άλλα ρούσα (2)

κάθομαν και τα κοιτούσα.

Κι ένα μπε- μωρέ παιδιά

κι ένα μπέλο δε βοσκούσε (2)

το μαλλί του τ’ αμποδούσε .

Έλα Μή- μωρέ παιδιά

έλα Μήτσο κούρεψέ το (2)

κι απαλά βρε χάιδεψέ το.

5. ΟΙ ΠΑΠΑΔΙΕΣ

Πέντε δε- μωρ’ άιντε ντε

πέντε δέκα παπαδιές (2)

κι άλλες τόσες καλογριές.

Τα βαμπά- μωρ’ άιντε ντε

τα βαμπάκια σκάλιζαν (2)

και τα ξεβοτάνιζαν.

Μια την ά- μωρ’ άιντε ντε

μια την άλλη έλεγε (2)

άι να κολυμπήσουμε.

Άι να κο- μωρ’ άιντε ντε

άι να κολυμπήσουμε (2)

που ’ναι τα νερά ζεστά.

Που ’ναι τα νε- άιντε ντε

που ’ναι τα νερά ζεστά (2)

και τα κύματα ρηχά.

Κει που κο- μωρ άιντε ντε

κει που κολυμπούσανε (2)

σιγοτραγουδούσανε.

Μωρέ ε- μωρ’ άιντε ντε

μωρέ έρημο μ…ί. (2)

που ’ν’ τα δυο και το μακρύ.

 

6. ΤΑ ΣΑΚΙΑ

Τις μεγά- μπρε (3)

τις μεγάλες αποκριές.

Τις μεγάλες αποκριές

πέσαν δυο σακιά ψωλές.

Όλες οι μπρε (3)

όλες οι νοικοκυρές.

Όλες οι νοικοκυρές

διάλεξαν τις πιο τρανές.

Και μια μπρε (3)

Και μια έρημ(η) παπαδιά

και μια έρημ(η) παπαδιά

δεν επρόλαβε καμιά.

Παίρνει σνά - μπρε (3)

παίρνει σνάζει τα τσουβάλια.

Παίρνει σνάζει τα τσουβάλια

Βρίσκει μια με δυο κεφάλια.

Αυτήν είν’ μπρε (3)

αυτήν είναι για τη μένα.

Αυτήν είναι για τη μένα

που ’ν τα σκώτια μου καμένα.

 

7. ΤΟ ΤΥΡΙ

Τις μεγά- μπρε (3)

τις μεγάλες αποκριές.

Τις μεγάλες αποκριές

αποκρεύουν το τυρί.

Αποκρεύ(ου)ν μπρε (3)

αποκρεύουν το τυρί.

Αποκρεύουν το τυρί

αποκρεύουν και το μ….

Και την κα- μπρε (3)

και την καθαρή Δευτέρα.

Και την καθαρή Δευτέρα

δώστε στα μ….. αέρα.

8.Ο ΜΥΛΟΣ

Αΐντε κίνησα μωρ’ μπρε (3)

Κίνησα να πάω στο μύλο

Αΐντε κίνησα να πάω στο μύλο

Με τη θεια μου τη Βασίλω

Αΐντε πες αυτή μωρ’ μπρε (3)

Πες αυτή και πες εγώ

Αΐντε πες αυτή και πες εγώ

Μεσ’ το λάκκο το βαθιό.

9.Μ…..ΕΣ

Τις μεγά- μωρ’ μπρε(3)

Τις μεγάλες Αποκρές (2)

πάν’ στον κάμπο οι κυρές

Κάτω εκεί μωρ’ μπρε(3)

Κάτω εκεί στην ποταμιά(2)

Βόσκαγαν καμόσα μ…ά

Άλλα μπέ- μωρ’ μπρε(3)

Άλλα μπέλα κι άλλα ρούσα(2)

Κάθομαν και τα τηρούσα

Και ένα ρού- μωρ’ μπρε(3)

Κι ένα ρούσο δε βοσκούσε(2)

Το μαλλί του τ’ αμποδούσε.

10. ΤΟ ΧΑΛΑΣΜΑ

Αΐντε μπήκα, βρε μωρ’ μπρε (3)

Μπήκα σ’ ένα χάλασμα

Αΐντε μπήκα σ’ ένα χάλασμα

Κι είδα ένα φάντασμα

Αΐντε δυο ποδά- μωρ’ μπρε(3)

Δυο ποδάρια σιουκουμένα

Κι άλλα δυο κατεβασμένα

Αΐντε μια κοιλιά μψρ’ μπρε(3)

Μια κοιλιά πάνω στην άλλη

Αΐντε μια κοιλιά πάνω στην άλλη

Κι ο ζουρνάς χαρά μεγάλη

 

11. ΤΟ ΠΙΠΕΡΙ

Πώς στουμπί- μωρ’ πώς σουμπί-

Πώς στουμπίζουν το πιπέρι

Οι διαόλοι οι καλογέροι

Με το γό- μωρέ παιδιά

Με το γόνα το στουμπίζουν

Και το ψιλοκοσκινίζουν

Πώς στουμπί- μωρ’ πώς σουμπί-

Πώς στουμπίζουν το πιπέρι

Οι διαόλοι οι καλογέροι

Με τον κώ- μωρέ παιδιά

Με τον κώλο το στουμπίζουν

Και το ψιλοκοσκινίζουν

Πώς μαζέ- μωρέ παιδιά

Πώς μαζεύουν το πιπέρι

Πώς μαζεύουν το πιπέρι

Οι διαόλοι οι καλογέροι

Με τη γλώ- μωρέ παιδιά

Με τη γλώσσα το μαζεύουν

Οι διαόλοι οι καλογέροι

 

12.ΜΙΑ ΚΟΝΤΗ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ

Μια κοντή μωρέ μια κοντή

Μια κοντή μελαχρινή

Μια κοντή μελαχρινή

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Και μωρ’ συλογίζονταν

Ωρέ πώς να το περάσω εγώ

Τούτο το θολό νερό

Άντε πέρασές με νιούτσικε

Πάρε τα παπούτσια μου

Δεν τα θέλω κόρη μου

Δεν τα καταδέχομαι

Πέρασές με νιούτσικε

Θα σου δώσω φίλημα

Άντε θα σου δώσω φίλημα

Φίλημα κι αγκάλιασμα

Άντε μια και δυο την άρπαξε

Πέρα την επέταξε

Δώμ’ κορή το φίλημα

Φίλημα που μ’ έταξες

Παραπάνω νιούτσικε

Να φανούν τα σπίτια μας (2)

Να φανούν τα σπίτια μας

Και τα παραθύρια μας

 

13. ΣΤΗΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Στης ακρί- μπρε μπρε μπρε

Στης ακρίβειας τον καιρό(2)

Βρέθηκα να παντρευτώ.

Και μου δί- μπρε μπρε μπρε

Και μου δίνουν μια γυναίκα(2)

Που ‘τρωγε για πέντε δέκα.

Και την πρώ- μπρε μπρε μπρε

Και την πρώτη τη βραδιά(2)

Μου ‘φαγε πεντέξι αρνιά.

Και το δε- μπρε μπρε μπρε

Και το δεύτερο το βράδυ(2)

Μου ‘φαγε ένα κοπάδι.

Άντρα μου μπρε μπρε μπρε

Άντρα μου θέλω φουστάνι(2)

Γύρω γύρω με γαϊτάνι

Άντρα μου μπρε μπρε μπρε

Άντρα μου θέλω καπέλο(2)

Και το θέλω με το βέλο

Και ‘γώ παί- μπρε μπρε μπρε

Και ‘γω παίρνω ένα ξύλο(2)

Και τη φέρνω γύρω-γύρω.

14. ΠΕΝΤΙ ΜΠΑΜΠΕΣ ΧΟΡΕΥΑΝ

Πέντε μπά- μπρε μπρε μπρε

Πέντε μπάμπις χόρευαν(2)

Κι οι πέντε με βρακιά.

Πάει και μια μπρε μπρε μπρε

Πάει και μια ξεβράκωτη(2)

Δεν την παίρνουν στο χορό.

Πάει και παί- μπρε μπρε μπρε

Πάει και παίρνει μπουχασέ(2)

Κι έφκιασε κι αυτή βρακί.

Κι έφκιασε μπρε μπρε μπρε

Κι έφκιασε κι αυτή βρακί(2)

Και την πιάσαν στην κορφή.

15. ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ

Τρεις καλές κι αμάν αμάν

Τρεις καλές γειτόνισσες(2)

Και οι τρεις αρχόντισες.

Στην ταβέ- κι αμάν αμάν

Στην ταβέρνα πάν’ να πιουν(2)

Και φωνάζουν δυνατά.

Ταβερνιάρ’ κι αμάν αμάν

Φέρε μας ‘να κατοστάρ’(2)

Φέρε μας και τη μισή.

Φέρε μας κι αμάν αμάν

Φέρε μας και τη μισή(2)

Κι έλα κάθισε κι εσύ.

Φέρε μας κι αμάν αμάν

Φέρε μας και την οκά(2)

Κι έλα κάθισε κοντά.

Φέρε μας κι αμάν αμάν

Φέρε μας και άλλα τόσα(2)

Κι έλα πάρε μας το γρόσια.

16. ΕΝΑ ΡΟΥΣΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ

Ένα ρού- μπρε μπρε μπρε

Ένα ρούσο παλικάρι(2)

Τα κορίτσια κυνηγάει

Πιάνει ε- μπρε μπρε μπρε

Πιάνει ένα κοριτσάκι(2)

Όμορφο μελαχρινάκι.

Έλα ρού- μπρε μπρε μπρε

Έλα ρούσο παλικάρι(2)

Τι καλό θες από μένα.

Απ’ τα κό- μπρε μπρε μπρε

Απ’ τα κόρφια μου κι απάνω(2)

Ή απ’ τα κόρφια μου κι κάτω.

Απ’ τα κό- μπρε μπρε μπρε

Απ’ τα κόρφια σου κι κάτω(2)

Προχωρώ κι παρακάτω.

Βρίσκω έ- μπρε μπρε μπρε

Βρίσκω ένα μικρό δασάκι(2)

Γύρω γύρω χορταράκι.

Και στη με- μπρε μπρε μπρε

Και στη μέση μια βρυσούλα(2)

Που ‘τρεχε χρυσό νεράκι.

17. ΤΣΙΑΚ – ΤΣΙΟΥΚ

Τσιακ – τσιουκ τις πόρτες και τις πορτοπούλες.

-Ποιος είναι όξω τούτη την ώρα;

-Εδώ είναι ο Γιάννης κι είν’ ο καλογιάννης.

-Τι θ΄λεις Γιάννη τούτη την ώρα;

-Ήρθα και θέλω τη θυγατέρα σ’.

-Δεν στην εδίνω βρε Μαυρογιάννη,

σιούκου κι φεύγα τούτη την ώρα.

Τσιακ – τσιουκ τις πόρτες και τις πορτοπούλες

Φεύγειν ο Γιάννης κυνηγημένος…

Λαζαρίνα

Το Σάββατο του Λαζάρου (το διάστημα που λειτουργούσαν τα σχολεία το Σάββατο, το έθιμο αυτό γινόταν την Κυριακή των Βαΐων), μετά τη λειτουργία, όλα τα παιδιά κατά ομάδες ξεκινούσαν να τραγουδήσουν σ’ όλα τα σπίτια του χωριoύ «τη Λαζαρίνα». Στα χέρια ένα απ’ τα παιδιά κρατούσε ένα ξύλινο χελιδόνι (χελιδόνα). Όλα τα παιδιά κρατούσαν καλαθάκια στολισμένα. Μέσα εκεί θα μάζευαν τα αυγά που θα τους έδιναν οι νοικοκυρές.

Όλοι μαζί τραγουδούσαν:

Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάια

Ήρθε κι ο Υιός της Βηθανίας

Ο αφέντης μας της Μακαρίας

Που ήσουν Λάζαρε, που ήσουν κρυμμένος

Μέσ’ τη γη βαθιά χωμένος.

Και το στόμα μου πικρό φαρμάκι

Δώστε μου λίγο νεράκι

Να ξεπλύνω το φαρμάκι

Της καρδιάς και των χειλέων ( γενναίων)

Και μη με ρωτάτε πλέον ( έχω βάσανα και κλαίω)

Τι είδες Λάζαρε, τι είδες

Εις τον Άδη όπου πήγες;

Είδα φόβους , είδα τρόμους

Είδα βάσανα και πόνους

Και μια δραχμή στη χελιδόνα

Για να ζήσει το χειμώνα

Λαζαρίνα κουκουτίνα

Βάλε αυγό στην καλαθίνα

Να το φάει η Λαζαρίνα

 

Την ημέρα την Τετάρτη

Κίνησε ο Χριστός για να ’ρθει

Εις την πόλη Βηθανία

Κλαίει η Μάρθα κι η Μαρία

Κλαίγανε τον αδερφό τους

Τον καλό το Λάζαρό τους

Αν ερχόσουνα Χριστέ μας

Δεν θα πέθαιν’ ο αδερφός μας

Και ο φίλος ο δικός σας.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάια

 

Οι πιο μικροί τραγουδούσαν το:

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάια

Ήρθε η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.

Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι

Ήρθε η μάνα σου απ’ το παζάρι (από την πόλη)

Σου ‘φερε χαρτί και καλαμάρι (κομπολόι)

Οι κοτούλες σας αυγά γεννάνε

Κι οι φωλίτσες τους δεν τα χωράνε

Δώστε μας και μας να τα χαρούμε

Και του χρόνου πάλι να τα πούμε.

ή

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάια

Ήρθε η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.

Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι

ήρθε η μάνα σου απ’ το παζάρι (από την πόλη)

σου ‘φερε χαρτί και καλαμάρι (κομπολόι)

Λαζαρίνα κουκουτίνα

Βάλε αυγό στην καλαθίνα

Να το φάει η Λαζαρίνα

Και μια δραχμή στη χελιδόνα

Για να ζήσει το χειμώνα.

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΡΕΑΣ (ΑΝΤΡΑΣ)

Μια μέρα πριν και μια μέρα μετά της γιορτής του Αγίου Ανδρέα, για τρεις βραδιές στη σειρά οι νοικοκυρές έριχναν στα κεραμίδια βρασμένο σιτάρι και καλαμπόκι και έλεγαν: «Αντρά, Αντρά ν’ αντρώσ’ν τα στάρια μας και τα καλαμπούκια μας».

 

 

ΤΑ ΒΑΓΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ.

Η Κυριακή των Βαΐων ήταν μεγάλη γιορτή για το χωριό. Όλοι πήγαιναν στην εκκλησία. Στο τέλος της λειτουργίας ο παπάς μοίραζε τα βάγια. Επίσης την Κυριακή των Βαΐων τέλειωναν και οι γυναίκες τις «περδίκες», (σ’ άσπρα άβραστα αυγά, με κοντύλι που έσταζε ζεστό κερί, ζωγράφιζαν διάφορες παραστάσεις και κεντίδια. Το κερί με το βράσιμο και το βάψιμο έλειωνε και έμεναν άσπρα τα σχέδια πάνω στο κόκκινο αυγό. Ακόμα και σήμερα σε όλα τα σπίτια του χωριού φτιάχνουν «περδίκες».

Τη Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη οι νοικοκυρές καθαρίζανε τα σπίτια για να είναι όλα καθαρά και λαμπερά την ημέρα της Ανάστασης. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφανε τα αυγά.

Τη Μ. Παρασκευή όλα ήταν πένθιμα στο χωριό, ακόμα και στα καφενεία υπήρχε πένθιμη ατμόσφαιρα. Τα μόνα παιχνίδια που «επιτρεπόταν», ήταν η «τριάρα», η «εννιάρα» και η «δεκάρα». Οι γυναίκες την πιο πολλή ώρα την περνούσαν στην εκκλησία, στολίζοντας τον Επιτάφιο, ή λέγοντας μοιρολόγια.

Φωτ.

Ένα απ’ αυτά τα μοιρολόγια λέει:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.

Σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι.

Οι άνομοι, οι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.

Για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων Βασιλέα.

Το Φαραώ παρήγγειλαν να κάνει τρία πιρόνια.

Κι αυτός ο σκυλοφαραώς βάζει και φτιάνει πέντε.

Σύ Φαραέ που τά ‘κανες κάτσε να μας διδάξεις.

Τα δυο βάλτε στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυο στα χέρια.

Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Στάμνες νερό την έριχναν, τρία κανάτια μόσχο

Και τρία μυροδόσταμνα, για να της έρθει ο νους της

Και σαν την ήρθε ο λογισμός και σαν την ήρθε ο νους της

Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει

Γκρεμό να πάει να γκρεμιστεί για το μοναχογιό της

Η Μάρθα κι η Μαγδαλινή και του Λαζάρου η μάνα

Και του Ιακώβ η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα

Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι

Το μονοπάτι τ’ς έβγαλε μέσ’ του ληστή την πόρτα

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου

Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχιά της

Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει

Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.

-Γιάννη μου, Γιάννη Πρόδρομε κι εσύ Διδάσκαλέ μου

μην είδες τον ιγιόκα μου και τον Διδάσκαλό σου

Δεν έχω στόμα να στο πω, γλώσσα να σου μιλήσω.

-Βλέπεις εκείνον τον φτωχό, τον παραπονεμένο,

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο.

Εκείνος είν’ ο γιόκας σου κι εμέ ο Δάσκαλός μου.

Κι η Παναγιά πλησίασε, κρυφά τον εμιλάει

-Δεν μου μιλάς ιγιόκα μου, δεν μου μιλάς παιδί μου.

-Τι να σου πω μανούλα μου, διάφορα δεν έχω.

Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει

Κι όποιος καλά το κράζει, Παράδεισο θα λάβει.

ΠΑΣΧΑ

Το Πάσχα το γιορτάζανε τρεις μέρες με τραγούδια και χορούς. Μετά το Χριστός Ανέστη, το βράδυ της Ανάστασης, τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα τσουγκρίσματα των αυγών, έπρεπε όλοι να μεταφέρουν με τη λαμπάδα τους το φως της Ανάστασης στο σπίτι, που τους περίμενε η «μαγειρίτσα». Μετά την Ακολουθία της Αγάπης (Δεύτερη Ανάσταση), στο προαύλιο της εκκλησίας όλες οι γυναίκες του χωριού πιάνονταν χέρι – χέρι, ανάλογα με τη χρονική σειρά του γάμου τους, και χόρευαν και τραγουδούσαν Πασχαλιάτικα τραγούδια. Μόλις τέλειωναν οι χοροί και τα τραγούδια όλοι πήγαιναν στην πλατεία του χωριού όπου και στήνονταν μεγάλος χορός. Στην πλατεία τις περισσότερες φορές υπήρχαν και «όργανα» (ορχήστρα). Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές που έπαιζαν και δυο και τρεις ορχήστρες μαζί.

Φωτ.

Αλλά και όταν, για διάφορους λόγους, δεν υπήρχε ορχήστρα, ο χορός θα γινόταν με κάποιο γραμμόφωνο ή με τα τραγούδια των κατοίκων.

Φωτ.

Το ίδιο γλέντι επαναλαμβανόταν και την επόμενη μέρα το απόγευμα πάλι στην πλατεία του χωριού.

Φωτ.

Την «Κυριακή του Θωμά» το απόγευμα ή στο Πανηγύρι (όταν η 2 Μαΐου ήταν μετά την Κυριακή του Θωμά) οι γυναίκες του χωριού αποχαιρετούσαν την Πασχαλιά στην πλατεία του χωριού. Εκεί οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν όλα τα Πασχαλιάτικα τραγούδια. Κορυφαία στιγμή ήταν πάντα το δίπλωμα του χορού.

 

Φωτ.

Σήμερα το έθιμο αυτό το αναβιώνει ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού και οι γυναίκες του χορευτικού – λαογραφικού τμήματος του Συλλόγου.

Φωτ.

ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

1. ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο Θ(Ε)ΟΣ (Δεύτερη Ανάσταση)

Σημαίνει ο Θος, σημαίνει η γη

σημαίνουν τα ουράνια

σημαίνει κι η Αγια Σοφιά

το μέγα μοναστήρι

με τετρακόσια σήμαντρα

κι εξήντα δυο καμπάνες.

Κάθε καμπάνα και παπάς

Κάθε παπάς και διάκος.

Ή

Σημαίνει ο Θος, σημαίνει η γη(2)

σημαίνουν τα ουράνια

σημαίνει κι η Αγια Σοφιά(2)

το μέγα μοναστήρι

και τα’ Άγιο Πνεύμα λάλησε(2)

‘πό μέσα απ’ τον Αη Δήμο

όλα τα εικόνια πάρτε τα(2)

κι όλα χαρτζάνιψέ τα

μόν’ το Σταυρό ν’ αφήσετε(2)

και τα’ Άγιο το Βαγγέλιο.

 

2. ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΣΠΩ Μ’ ΠΑΣΧΑΛΙΑ (Δεύτερη Ανάσταση)

Σέμερα Δέσπω μ’ Πασχαλιά(2)

Κι όλη την εβδομνάδα

Όλες οι νύφες στο χορό(2)

Κι όλες καλά χορεύουν

Κι εσύ Δέσπω μ’ δε φαίνεσαι(2)

Και στον απάνω κόσμο.

-Δέσπω μ’ σε κλαίει το παιδί (2)

σε κλαίει το μοναχό σου

μάνα μ’ σαν κλαίει το παιδί(2)

σαν κλαίει το μοναχό μου

μηλιάν έχω στον κήπο μου(2)

και κυδωνιά (ή κλήμα) στην αυλή μου.

Κόψε μήλο και δώσε το(2)

Δώστε το και κυδώνι (ή σταφύλι να μυρώσει)

Κι αν δε σωπαίνει με τ’ αυτά(2)

Σκάψε παράχωσέ το

3. ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΟΙ ΣΥΝΥΦΑΔΕΣ

Οι κακές οι συννυφάδες

Λέν’ εμένα δε δουλεύω

Δ’λεύω εγώ και παραδ’λεύω

Πέντε μήνες ένα δράχτι(2)

Το ‘φκιασα ένα κουβαράκι

Σαν τ’ς γάτας το κεφαλάκι

Το ‘βαλα μες στο ντουλάπι

Πάει το πήρε το ποντίκι(2)

Το’ βαλε μες στο σεργιάνι

Σιούκου άντρα νοικοκύρη

Να χαλάσουμε το ντ’βάρι(2)

Για να βρούμε το κουβάρι.

4. ΣΤΑ ΓΡΕΒΕΝΑ

Στα Γρεβενά Δήμο μ’, στα Γρεβενά

Στον όμορφο τον τόπο(2)

Εκεί λαλούν τρεις πέρδικες

Κι αντιλαλούν τα πλάγια.

Τα πλάγια Δήμο μ’ γιόμισαν

Και τα πηγάδια βρόχια.

Κι ο κυνηγάρς από μεριά

Έπιασε την περδίκα.

5. ΔΙΠΛΟΣ ΧΟΡΟΣ (Δίπλωμα του χορού)

Διπλό χορό χορεύουμε,

Διπλά τραγούδια λέμε(2)

Κι η μάνα που μας έκανε

Διπλόμανα τη λέμε(2)

Κι η νούνα που μας βάφτισε

Διπλόνουνα τη λέμε. (2)

Ζερβό χορό χορεύουμε

Ζερβά τραγούδια λέμε(2)

Κι η μάνα που μας έκανε

Ζερβόμανα τη λέμε(2)

Κι η νούνα που μας βάφτισε

Ζερβόνουνα τη λέμε. (2)

6. ΗΡΘΕ Η ΔΕΥΤΕΡΑ

Ήρθε η Δευτέρα

Βγάλτε τα καινούρια(2)

Ντύστε τα τζιρτζέλια. (2)

Πάρτε τα δικέλια(2)

Σύρτε κι στ’ αμπέλια(2)

Βγάλτε αγράδες, βγάλτε(2)

Δώστε στα γομάρια.

7. ΒΑΣΙΛΕΨΕΝ Ο ΗΛΙΟΣ

Βασίλεψεν ο ήλιος

Και πέφτει μια λευκάδα

Κι αλί ποιον θα βαρέσει

Της (…….) το κεφάλι

Την (…….) την καημάνη

Τη ζαχαροτρανεμένη

--Φλάστιρα – Φλάστιρα

--Ορίστε και κατηγορείστε

--Πόσα καρβέλια (πισνίκια) παίρνει ο φούρνος;

--Έντεκα κι ένα καμένο.

--Ποιος το ‘καψε;

--Η (…..)

--Δώστην με το τσάκνο.

8.ΌΛΕΣ ΟΙ ΝΥΦΕΣ ΣΤΟ ΧΟΡΟ

Όλες οι νύφες στο χορό κι όλες καλά χορεύουν

Κι εσύ Δέσπω δε φαίνεσαι και στον απάνω κόσμο

Δέσπω σε κλαίει το παιδί σε κλαίει το μοναχό σου

Μάνα σαν κλαίγει το παιδί, σαν κλαίει το μοναχό μου

έχεις μηλιά στον κήπο σου και κυδωνιά σ’ν αυλή σου

για κόψε μήλο δώσε το, κυδώνι να μυρώσει

κι αν δε μυρώσει μάνα μου, σκάψε, παράχωσέ το

βάλε τα νύχια σου τσαπί και τις παλάμες φτυάρι.

9.ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ

Στα Μάρμαρα - στα Μάρμαρα, βγήκα να σεργιανίσω

Βγήκα να δω τις έμορφες και πίσω να γυρίσω

Σαν πάησα και τις λόγιασα, σαν πάησα και τις είδα

Θαμαίνουμαν, λογίζουμαν, το πώς θα τις μιλήσω

-Μωρ’ άσπρη ξάσπρη βαμπακιά και χιόνα μου γραμμένη

Μαργαριτάρι σου ‘στειλα να πλέξεις τα μαλλιά σου

-Κι αν το ‘στειλες βρε γάιδαρε, ‘γώ άντρα δε σε κάνω

μαρούλια έχω στον κήπο μου, ντραγάτι θα σε βάλω

κι αν λείψει μαρουλόφυλλο και στον Κατή σε πάω.

Ή

10. ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ

Στα Μάρμαρα - στα Μάρμαρα, βγήκα να σεργιανίσω

Βγήκα να δω τις έμορφες και πίσω να γυρίσω

Πώς πλένουν, πώς λευκαίνονται, πώς μοσχοσαπουνιούνται.

Λογίζομαι, θαμάζομαι, το πώς να τη φωνάξω.

Να τη φωνάξω βεργουλιά; Η βέργα κυματίζει.

Να τη φωνάξω αγιόκλημα; Τ’ αγιόκλημ’ έχει κόμπους.

Να τη φωνάξω βατσινιά; Η βατσινιά ‘γκαθίζει.

-Τι σ’ έχου ‘γω, τι σ’ έχου ‘γω, π’ μι κράζεις βαμπακούλα;

-Μαργαριτάρι σ’ έστειλα να πλέξεις τα μαλλιά σου.

-Ποιον το’ στειλες; Ποιον το’ στειλες; ‘γω άντρα δε σε κάνω.

Ή

Στα Μάρμαρα - στα Μάρμαρα, βγήκα να σεργιανίσω

Βγήκα να δω τις έμορφες και πίσω να γυρίσω

Σαν πάησα και τις λόγιασα, σαν πάησα και τις είδα

Θαμαίνουμαν, λογίζουμαν, το πώς θα τις μιλήσω

-Μωρ’ άσπρη ξάσπρη βαμπακιά και χιόνα μου γραμμένη

Μωρ’ άσπρη ξάσπρη βαμβακιά και χιόνα μου γραμμένη!

Τι σ’ έχω εγώ βρε γάιδαρε π’ με κράζεις βαμπακούλα

Μαρούλια έχω στον κήπο μου, ντραγάτη θα σε βάλω

Κι αν λείψει ένα μαρουλόφυλλο και στον κατή σε πάω.

11. ΜΙΑ ΚΟΡΗ ΜΙΑ ΞΑΝΘΙΑ ΚΟΡΗ

Μια κόρη μια ξανθιά κορή, ξανθιά και μαυρομάτα,

Τον άντρα της παράτησε, Τούρκον άντρα επήρε.

Κι ο άντρας της παντρεύτηκε κι άλλη γυναίκα πήρε.

Βάζει τρακόσια φλάμπουρα κι εξήντα δυο νταούλια,

Κι από την πόρτα τ’ς απερνάει κι από το παραθύρι.

-Πάψτε μπρατίμοι τον ηχό, μαστόροι τα νταούλια,

ν’ από ψηλά θα γκρεμιστώ και χαμηλά θα πέσω,

σαν το γυαλί να ραγιστώ, σαν το κρουστάλλ(ι) να θράψω.

Κι ο άντρας της την άκουσε στέκει και τη ρωτάει:

-Τ’ έχεις κόρη μ’ και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις;

Μήνα φλουριά δεν έχουμε, άσπρα και καραγρόσια;

-Φωτιά να κάψει τα’ άσπρα σου κι η φλόγα τα φλουριά σου,

μπροστά στον άντρα τον καλό, μπροστά στο παλικάρι.

Παν οι ρωμιοί στην εκκλησιά κι πρέπ’ ου κόσμους όλους.

 

12. ΣΑΝ ΤΗΝ ΠΕΡΔΙΚΑ ΓΥΡΙΖΩ

Σαν την πέρδικα γυρίζω με ξανθά μαλλιά(2)

στο βουνό μια βοσκοπούλα έβοσκε τ’ αρνιά(2)

καλημέρα βοσκοπούλα τι ζητείς εδώ; (2)

έχασα τα πρόβατα μου και ήρθα να τα βρω(2)

δε μου λες ωραία κόρη έχεις γονικά(2)

έχεις μάνα και πατέρα και κληρονομιά(2)

από μάνα και πατέρα είμαι ορφανή(2)

και κληρονομιά δεν έχω είμαι μοναχή(2)

έτσι είσαι εσύ κυρά μου έτσι είμαι και εγώ(2)

έλα να στεφανωθούμε να ζήσουμε τα δυο. (2)

 

13.Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΔΕΝ ΠΟΝΙΟΥΝΤΑΙ

…………………………………….

Και τώρα για τους φίλους μου(2)

Και για τους συγγενείς μου

Θα πω τραγούδι θλιβερό

Και παραπονεμένο

Θα κάνω τα βουνά να κλαίν’

Κι οι κάμποι ν’ αναστενάζουν

Ανάθεμα ποιος το ‘λεγε

Τ’ αδέρφια δεν πονιούνται

Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά

Κι οι αδερφές τους κάμπους

Κι η μάνα σκίζει τη θάλασσα

Μέχρι να τ’ ανταμώσει

Σαν βγήκε και τα’ αντάμωσε

Σ’ ένα όμορφο μπαΐρι

Πολλά τα χρόνια ακάμωτο

Κι απ’ όλα τα χορταριασμένο

Κι από τα δάκρυα τα πολλά

Κι από τα μοιρολόγια

Εκεί χορτάρι δε φύτρωσε.

 

14.ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΡΜΑΙΝΕΣΤΕ

Βουνά και δεν θερμαίνεστε

Κάμποι δεν αρρωστάτε

Μας πάτσαν την Αγια Σοφιά

Το μέγα μοναστήρι

Πήραν άσπρα, πήραν φλουριά

Πήραν μαργαριτάρια

Και τ’ Άγιο Πνεύμα λάλησε

Μέσα απ’ τον Αη Δήμο

-Όλα τα εικόνια πάρτε τα

κι όλα χαρτζιάνιψέ τα

μόν’ το Σταυρό αφήστε μας

και τ’ Άγιο το ‘Βαγγέλιο

να μας χωρίζει την πίστη μας

από Τούρκοι και Ρωμαίοι.

 

15.ΠΕΝΤΕ ΠΛΑΤΑΝΟΙ

Πέντε πλάτανοι

Πέντε αράδα – αράδα

Κι ένας μοναχός(2)

Χαρά στον ίσκιο από ‘χει

Στην κορφάδα του

Σταυρός μαλαματένιος

Στα κλωνάρια του(2)

Ντουφέκια κρεμασμένα

Και στον ίσκιο του(2)

Λεβέντης ξαπλωμένος

Και στη ρίζα του(2)

Γρίβας ήταν δεμένος

Μόν’ ποδάριζε(2)

Και ψιλοχλιμιντρούσε

Σήκω αφέντη μου(2)

Και μη βαριοκοιμάσαι

Δρόμον έχουμε(2)

Και ένα βαθύ ποτάμι

Πώς να διάβουμεν(2)

Και πώς να τ’ απεράσουμε

16.ΑΛΗΣΜΟΝΩ ΚΑΙ ΧΑΙΡΟΜΑΙ

Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμάμαι και δακρύζω

Θυμήθηκα την ξενιτιά και θέλω να πηγαίνω.

Σήκω! Μάνα μ’ και ζύμωσε, καθάριο παξιμάδι

Να πάρει ο γιος στη στράτα του, στης ξενιτιάς το δρόμο.

Με δάκρυα βέζει το νερό, με πόνους το ζυμώνει

Και με τα’ αναστενάγματα, βάζει φωτιά στο φούρνο!

Άργησε φούρνε να καείς και συ ψωμί να γένεις

Για να διαβεί η συντροφιά κι ο γιος μου να μη φύγει…

 

 

17.ΕΨΕΣ ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ

Εψές είδα στον ύπνο μου

Είδα και στ’ όνειρό μου

Τον άγγελό μου φίλευα

Και το Χριστό κερνούσα

Και την Κυρά την Παναγιά

Πολύ παρακαλούσα

Για να μου δώσει τα κλειδιά

Κλειδιά του παραδείσου.

18.ΤΩΡΑ ΜΑΪΑ ΤΩΡΑ ΔΡΟΣΙΑ

Τώρα Μαϊά τώρα δροσιά (2)

Τώρα το καλοκαίρι

Τώρα φουντώνουν τα κλαδιά(2)

Κι οι ρεματιές ισκιώνουν

Τώρα κι ο ξένος βόλησε(2)

Να πάει μακρυά στα ξένα.

Νύχτα σελώνει τα’ άλογο(2)

Νύχτα το καληγώνει

Βάζει τα πέταλα χρυσά(2)

Και τα καρφιά ασημένια.

19.ΤΟ ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟ

Ένα μικρό Τουρκόπουλο (2)

Μικρό διαβολεμένο

Μια Ρωμιοπούλα κυνηγά (2)

Γυναίκα να την πάρει

Κι η κόρη από το φόβο της (2)

Κι από την αντροπή της

Τα πλάγια-πλάγια έπαιρνε (2)

Και στον Αη Γιώργη βγαίνει

Βόηθα σ’ με Αη Γιώργη μ’ βόηθα σ’ με (2)

Να μη με πάρει ο Τούρκος

Θα φέρει αμάξια το κερί (/2)

Φορτώματα το λάδι.

20. ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΑΣΠΡΗ ΠΟΤΑΜΙΑ

Κάτω στην άσπρη ποταμιά

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Στον έμορφο τον τόπο

Μικρή Βουλγαροπούλα

Εκεί διαβαίνει ένας πασάς

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Κι ένας καλός λεβέντης

Μικρή Βουλγαροπούλα

Έχει ζευγάρια δώδεκα

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Τσιφτσήδες δεκαπέντε

Μικρή Βουλγαροπούλα

Έχει κι έναν ζερβόμυλο

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Π’ αλέθει το πιπέρι

Μικρή Βουλγαροπούλα

21.ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ

Πού θα μας πας βρε Σύρο μου

Σύρο μ’ και καπετάνιε

Στη Μακρυνίτσα πάμε βρε παιδιά(2)

Μέσ’ του παπά το σπίτι

Παπά μ’ ψωμί, παπά μ’ φαΐ(2)

Να φάν’ τα παλικάρια

Παπά μ’ την κόρη σ’ θέλουμε(2)

Να βγει να την ειδούμε

Να την γιομίσουμε φλουριά(2)

Κι όλο μαργαριτάρι

Να βγει να σύρει το χορό

Ορέ φέτο έτσι κι ακόμα μια χρονιά

Τον παραπάνω χρόνο θα δούμε λευτεριά.

22. ΣΕΙΣ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Σεις περή- σεις περήφανα πουλάκια

Που πετάτε αυτού ψηλά

Αχ! Που πετάτε αυτού ψηλά(2)

Μήπως πά- μήπως πάτε στη μαμά μου

Στη μανούλα τη γλυκιά

Αχ! Στη μανούλα τη γλυκιά(2)

Να τους δώ- να τους δώσω ένα γράμμα

Να το βάλω 0ια γραφή

Αχ! Να το βάλω μια γραφή(2)

Να το πά- να το πάτε στη μανούλα

Για να μην με καρτερεί

Αχ! Για να μη με καρτερεί(2)

Πως ο γιος- πως ο γιος της εσκοτώθει

Μες τη μάχη Λαχανά

Αχ! Μες τη μάχη Λαχανά.

23.ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΑΛΩΝΙΑ

Μωρ’ εκεί περά, μωρ’ εκεί περά,

Μωρ’ εκεί περά κι αντίπερα

Πέρα στα πέντε αλώνια

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Πέρα στα πέντε αλώνια

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εκεί λυχνούν, μωρ’ εκεί λυχνούν

Μωρ’ εκεί λυχνούν οι δώδεκα

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι Δέσπω ξι-, μωρ’ κι Δέσπω ξι-,

Μωρ’ κι Δέσπω ξισκιβάλιζε

Με τη χρυσή τη σκούπα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Με τη χρυσή τη σκούπα

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι η μάνα της, μωρ’ κι η μάνα της

Μωρ’ κι η μάνα της, της έλεγε

Κι η μάνα της, της λέει

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Κι η μάνα της, της λέει

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ φεύγά Δέσπώ μ’, μωρ’ φεύγά Δέσπώ μ’,

Μωρ’ φεύγά Δέσπώ μ’, απ’ κουρνιαχτό

Φεύγά κι από τον ήλιο

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Φεύγά κι από τον ήλιο

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εγώ τον ή-, μωρ’ εγώ τον ή-,

Μωρ’ εγώ τον ήλιο αγαπώ

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Κόρη αρραβωνιασμένη.

24. ΤΡΑΒΑ ΑΕΡΑ ΔΡΟΣΕΡΕ

Τράβα αέρα δροσερέ τράβα και χαϊδεμένε

Να πάν’ οι άσπρες για μωρέ νερό

Να πάν’ οι άσπρες για νερό

Και οι λυγερές να πλύνουν

Παίρνω κι εγώ το μαύρο μου(2)

Να πάω να τον ποτίσω

Βρίσκω μια κόρη πο’πλυνε

Σε μαρμαρένια βρύση

Τη χαιρετώ δε μου μιλά(2)

Την κρένω δε με κρένει

Για τι δακρύζεις λυγερή(2)

Ωρέ και βαριαναστενάζεις

Έχω άντραν στην ξενιτιά(2)

Και λείπει δέκα χρόνια

Κι αν δε φανεί κι αν δεν κοστεί(2)

Καλόγρια θα γίνω

Θα πάνω σ’ έρημο βουνό.

-Κόρη μ’ εγώ είμ’ ο άντρας σου

Εγώ είμαι κι ο καλός σου.

-Αν είσαι εσύ ο άντρας μου(2)

δείξε σημάδια του σπιτιού.

-Ανάμεσα στην κάμαρα

χρυσό καντήλι ανάβει

και φέγγεσαι και γδύνεσαι(2)

ωρέ και πλέκεις τα μαλλιά σου.

-Ξένε μ’ εσύ είσαι ο άντρας μου.

25. ΜΩΡ’ ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΜΑΝΑ

Μωρ’ καλή μου μάνα

Τι τον ζήλεψέτε(2)

Τον κοντό τον άντρα(2)

Πάρτον μάνα πάρτον

Πάρτον μάνα σύρτον

Σύρτον στο παζάρι

Τον κοντό τον άντρα

Τον κατσικοκλέφτη

Πάει να κλέψει γίδια

Γίδια και κατσίκια

Σύρτον μάνα σύρτον

Και παζάρεψέ τον(2)

Δυο ραμάτες σκόρδα(2)

Καναδυό κρομμύδια

26. ΔΕ ΣΕ ΘΑΡΡΟΥΣΑ ΠΟΤΑΜΕ

Δε σε θαρρούσα ποταμέ

Νερό να κατεβάσεις

Και τώρα πώς κατέβασες

Μια θυλωσιά μεγάλη

Φέρνεις δέντρα μωρέ φέρνεις κλαδιά

Ωρέ φέρνεις δέντρα μωρέ φέρνεις κλαδιά

Μηλιά ξεριζωμένη

Και στην κορφή από τη μηλιά(2)

Δυο αδέρφια αγκαλιασμένα

Κι ένας τον άλλον έλεγε

Κι ένας τον άλλον λέει

Τσακώσ’ καλά αδερφάκι μου(2)

Να μη μας πάρ’ το ρέμα

Το λόγο δεν ε μωρέν απόσωσαν(2)

Ωρέ και το ποτάμ’ τους πήρε

Κι η μάνα τους μωρέ θλίβονταν.

27. ΚΑΤΩ ΣΤΑ ΕΞΙ ΜΑΡΜΑΡΑ

Κάτω στα έξι μάρμαρα

Στα έξι μαρμαρέτσια

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Στα έξι μαρμαρέτσια

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Εκεί είν’ κόρη ανύπαντρη

Κόρη αρραβωνιασμένη

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Κόρη αρραβωνιασμένη

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Προξενητάδες έρχονται

‘πό μέσα από την πόλη

Κι άντε μαύρα μου μάτια

‘πό μέσα από την πόλη

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Και η μάνα της την έλεγε

Και η μάνα της τη λέγει

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Και η μάνα της τη λέγει

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Σήκω κόρη μου κι άλλαξε

Στολίσου κι αρματώσου

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Στολίσου κι αρματώσου

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

--Εγώ σας λέω δεν μπορώ

κι εσείς μου λέτε σήκω

Κι άντε μαύρα μου μάτια

κι εσείς μου λέτε σήκω

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Έχω αδερφή μικρότερη

Δώστε την κι ας την πάρουν

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Δώστε την κι ας την πάρουν

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Και μένα να με θάψετε

Στης εκκλησιάς την πόρτα

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Στης εκκλησιάς την πόρτα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Κι όντας περνάει η μάνα μου

Να χύνει μαύρα δάκρυα

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Να χύνει μαύρα δάκρυα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Κι όντας περνάει ο άντρας μου

Να ανάβει χρυσές λαμπάδες

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Να ανάβει χρυσές λαμπάδες

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

28. ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΘΟΔΩΡΟ (Πανηγύρι και Άγιο Χριστόφορο)

Κάτω στον Άγιο Θόδωρο(2)

στον Άγιο Αη Θανάση (Χριστόφορο ή Γιώργη)

πανηγυρίζουν οι λυγερές(2)

κι όλες οι μαυρομάτες

και μια ψηλή και μια λιγνή(2)

δε φάνηκε να έρθει

κι έμαθα πως αρρώστησε(2)

βαριά για να πεθάνει.

Ήταν ο τόπος μας πολύς(2)

Κι ο κόσμος ήταν λίγος.

29. ΜΗ ΜΕ ΣΤΕΛΝΕΙΣ ΜΑΝΑ

Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική

Γιατί θα μαραζώσω και θα μείνω εκεί

Έρημη μανούλα πώς να σου το πώ

Κάλιο ψωμί κρομμύδι κι αυτόν που αγαπώ(2)

Αγαπώ μωρ’ μάνα μ’, κάποιον απ΄ το χωριό

Έμορφο λεβέντη και μοναχογιό(2)

Μ’ έχει φιλημένη, μες στις ρεματιές

Και αγκαλιασμένη κάτω απ’ τις ιτιές.

Φεύγω Γιώργο μ’, πάω μακριά

Εμένα θα με θάψουν μες στην ξενιτιά.

30.ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΘΟΣ, ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΓΗ

Σημαίνει ο Θος, σημαίνει η γη(2)

σημαίνουν τα ουράνια

σημαίνει κι η Αγια Σοφιά(2)

το μέγα μοναστήρι

και τα’ Άγιο Πνεύμα λάλησε(2)

‘πό μέσα απ’ τον Αη Δήμο

όλα τα εικόνια πάρτε τα(2)

κι όλα χαρτζάνιψέ τα

μόν’ το Σταυρό ν’ αφήσετε(2)

και τα’ Άγιο το Βαγγέλιο.

31.ΤΩΡΑ ΜΑΪΑ ΤΩΡΑ ΔΡΟΣΙΑ

Τώρα Μαϊά τώρα δροσιά

Τώρα το καλοκαίρι

Τώρα φουντώνουν τα κλαδιά

Και ισκιώσαν τα χαντάκια

Τώρα κι ο ξένος βόλησε

Να πάει μακριά στα ξένα.

Νύχτα σελώνει τα’ άλογο

Νύχτα το καληγώνει

Βάζει τα πέταλα αργυρά

Και τα καρφιά ασημένια.

Και τα καληγοσφύρια του

Όλο μαργαριτάρι

Και η κόρη του τον έλεγε

Και η κόρη του τον λέγει

Πάρε κι εμένα αφέντη μου

Εκεί μακριά στα ξένα

Εκεί που πάω κόρη μου

Είναι Τουρκιά γεμάτο

Κι εμένα σε σκοτώνουνε

Κι εσένα σε Τουρκεύουν.

32. ΑΠΡΙΛΗ

Απρίλη-Απρίλη δροσερέ και Μάη καμαρωμένε

Που χιόνισε τ’ Αη Νικολά το Μάη το καλοκαίρι

Μας ψόφησες τα πρόβατα, τα γίδια κινδυνεύουν

Και τα παιδιά μας έφυγαν, πάησαν κα το Ρωμέικο.

33. ΣΤΗ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

Στη ρίζα του βασιλικού – Σύρμω βασιλικού

Στη ρί- στη ρίζα του Βαζάμη Σύρμω – Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Εκεί έπεσα να κοιμηθώ – Σύρμω να κοιμηθώ

Λίγο - λίγο ύπνο να πάρω, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Είδα ένα όνειρο πικρό, Σύρμω ήταν πικρό

Πικρό – πικρό ήταν για τ’ εμένα, Σύρμω – Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Παντρεύεται η αγάπη μου, Σύρμω η αγάπη μου

Και παί- και παίρνει το δικό μου, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Εμένα μόν’ ακάλεσε, Σύρμω μ’ ακάλεσε

Νουνά να στεφανώσω, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Παίρνω τα στέφανα χρυσά, Σύρμω ήταν χρυσά

Και τα κε- και τα κεριά ασημένια, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Και το κριθάρι από ‘σπερναν, Σύρμω από ‘σπερναν

Μόνο - μόνο μαργαριτάρι, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

34. ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ

Τα σύννεφα σηκώνονται

Βαριά είναι βουρκωμένα

Το ένα σέρνει βαριά βροχή

Το άλλο βαρύ χαλάζι

Το τρίτο το μικρότερο

Σέρνει μαργαριτάρι

Στους κάμπους ρίχνει τη βροχή

Και στα βουνά χαλάζι

Και στης Θοδώρας την αυλή ρίχνει μαργαριτάρι

(Και η Θοδώρα ζύμωνε

Αφράτο παξιμάδι);

Κι η μάνα της τη φώναζε

Και η μάνα της τη λέγει

Σήκω Θοδώρα μου να δεις

Τι ρίχνει στην αυλή σου.

35.ΟΛΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΖΥΓΑ-ΖΥΓΑ

Όλα τα πουλάκια ζυγά – ζυγά

Το έρημο τ’ αηδόνι το μοναχό(2)

Περπατεί στους κάμπους και τραγουδεί(2)

Άντρα μου Πολίτη πραματευτή(2)

Που την εδιάλεξες αυτήν τη ναι(2)

Την ξανθομαλούσα την Πατρινιά

Απ’ το μαχαλά της απέρασα

Και στη γειτονιά της εδιάβηκα

Τα βασιλικά της επότιζε

Και τις μαντζουράνες εδρόσιζε

36. ΠΟΙΑ ΣΚΥΛΑ ΜΑΝΑ ΤΟ ‘ΛΕΓΕ

Ποια σκύλα μάνα το ‘λεγε

Τ’ αδέρφια δεν πονιούνται

Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά

Κι οι αδερφές τους κάμπους

Κι η μάνα σκίζει τη θάλασσα

Όσο να τ’ ανταμώσει

Σαν πάεισε και τ’ αντάμωσε

Σε ένα όμορφο μπαΐρι

Τριάντα χρίνια ακάμωτο

Κι εξήντα παριασμένο

Και εκεί ταρπέζι έστρωσαν

Να καλογιοματίσουν

Χρυσά μαντίλια έβγαλαν

Σένα τα λέω τούτα

Κι αν θέλεις άκουστα

Πάρε χαρτί και πένα

Και κάτσε γράψε τα.

37.ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Μες στην Αγια Παρασκευή

Κόρη κοιμάται μοναχή

Κοιμάται κι ονειρεύεται

Και βλέπει πως παντρεύεται

‘ξήγα μανούλα μ’ το ‘νειρο

ψηλόν πύργο ανέβαινα

σε περιβόλι έμπαινα

και δυο ποτάμια με νερό

είναι τα δάκρυα που θα χύσω εγώ

-Όχι κόρη μου, όχι καλή μου

δεν το εξήγησες καλά.

Ο πύργος είναι ο άντρας σου

Το περιβόλι ο γάμος σου

Τα δυο ποτάμια με νερό

Είναι κρασί για το συμπεθεριό.

38. ΤΡΙΑ ΚΑΡΙΟΦΙΛΙΑ

Τρία καριοφίλια τζάνουμ,

τρία καριοφίλια σ’ ένα κλωνάρι.

Σ’ ένα κλωνάρι τζάνουμ,

να κόψω ένα να το μυρίσω

να κόψω ένα τζάνουμ

να το μυρίσω, να το ρωτήσω.

Να το ρωτήσω τζάνουμ,

για τον καλό μου μήπως τον είδε.

Μήπως τον είδε τζάνουμ

Στο Βαϊπαζάρι πουλούσε μήλα.

Πουλούσε μήλα τζάνουμ

Στο Βαϊπαζάρι, στις μαυρομάτες.

Στις μαυρομάτες τζάνουμ

και στα κορίτσια πουλούσε μήλα.

39. ΤΣΙΑΚ – ΤΣΙΟΥΚ

Τσιακ – τσιουκ τις πόρτες και τις πορτοπούλες.

-Ποιος είναι όξω τούτη την ώρα;

-Εδώ είναι ο Γιάννης κι είν’ ο καλογιάννης.

-Τι θ΄λεις Γιάννη τούτη την ώρα;

-Ήρθα και θέλω τη θυγατέρα σ’.

-Δεν στην εδίνω βρε Μαυρογιάννη,

σιούκου κι φεύγα τούτη την ώρα.

Τσιακ – τσιουκ τις πόρτες και τις πορτοπούλες

Φεύγειν ο Γιάννης κυνηγημένος…

40.Η ΑΝΟΙΞΗ ΚΙ Ο ΧΙΝΟΠΩΡΟΣ(ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΣ)

Ο χ’μώνας κι ου χινόπωρος αντάμα τρών’ και πίνουν

Κι κάλεσαν την άνοιξη να πάει να τη φιλέψουν

Κι η άνοιξη καμάρουνι-καμάρουνι δεν πάει

-Τι καμαρώνεις άνοιξη με τα λουλούδια από ‘χεις;

Εσύ έχεις ασπρολεύκαδα εγώ έχω παλικάρια

Εσύ έχεις τα τσιγκόδεντρα κι εγώ έχω τους γερόντους

Εσύ έχεις τις αγριογκορτσιές εγώ έχω τις μπαμπίτσες

Εσύ έχεις τις τριανταφυλλιές εγώ έχω τις νυφίτσες

Εσύ έχεις το βασιλικό εγώ έχω τα κοτσύφια

Εσύ έχεις τα μαυρόγιτσια, εγώ έχω τα παιδάκια

Ταχιά ‘ρχεται χινόπωρος και θα στα μαραγκιάσει.

41.ΑΗΔΟΝΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Αηδόνι της πρωτομαγιάς, να παντρευτεί γυρεύει

Να πάρει άντρα γέροντα, να σκλαβωθεί γυρεύει

Κι η μάνα της την έλεγε, κι η μάνα της τη λέγει:

-Κόρη μου μην παντρεύεσαι, μην παίρνεις γέρον άντρα

βάστα να ‘ρθεί χινόπωρο, να ‘ρθουν τα παλικάρια

τότε κόρη μ’ να παντρευτείς, να πάρεις παλικάρι

Ο ΓΑΜΟΣ

Φωτ.

(Από το γάμο του Ευθυμίου και της Γλυκερίας Δήλμα. Στο κλαρίνο είναι ο Νάσιος Τσιοτίκας και στο νταούλι ο γιος του ο Κώστας.)

ΠΡΟΞΕΝΙΟ

Μέχρι πριν λίγα χρόνια στο χωριό οι κοπέλες συνηθιζόταν να παντρεύονται σε πολύ μικρή ηλικία. Αυτή η συνήθεια, κατά πάσα πιθανότητα, έχει τις ρίζες τις ρίζες της στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τότε που για να προλάβουν το άρπαγμα των όμορφων κοριτσιών από τους Τούρκους και τους Αρβανίτες, τα πάντρευαν σε ηλικία από 8 μέχρι 12 χρονών. Προτιμούσαν δε συνήθως να παντρεύουν τα παιδιά τους στο ίδιο χωριό για να κάνουν πολλούς και γερούς συμπεθέρους. Γιατί όσο πιο πολλούς και γερούς συγγενείς είχε κανένας, τόσο μεγαλύτερη υποστήριξη είχε και τόσο σιγουριά είχε στη ζωή. Αυτό το ρόλο έπαιζαν και οι κουμπαριές και τα πολλά «μπρατίμια». Η λέξη «μπράτμος» προέρχεται από το Σλαβικό «μπράτ μόι» που θα πει αδερφός μου. Κάθε «μπράτμος» τη μάνα του άλλου τη φώναζε «σταυρομάνα» και εκείνη τον «μπράτμο» του γιου της «σταυραετό». Παλιότερα όσοι ήθελαν να γενούν «μπρατίμια» πήγαιναν στην εκκλησία μετά τη Δεύτερη ανάσταση και σκυμμένοι γύρω-γύρω με τα κεφάλια ακουμπισμένα, τους έζωνε ο Παπάς με την Αγία Ζώνη και γινόταν πνευματικά αδέρφια, με τις ευχές και τις ευλογίες της εκκλησίας. 

Αν κάποιος δεν είχε καπαρώσει κάποιο κορίτσι τότε έπιαναν δουλειά οι προξενητάδες ήταν άνθρωποι υπομονετικοί, γλυκομίλητοι, πολυλογάδες, καταφερτζήδες και τις πιο πολλές φορές ψεύτες. Αναλάμβαναν προξενιές με το αζημίωτο φυσικά. Στα πιο παλιά χρόνια, σχεδόν όλοι, παντρεύονταν με προξενιό. Τα δε κορίτσια δεν είχαν δικαίωμα γνώμης στην επιλογή του γαμπρού. Σε κάποιες ακραίες καταστάσεις που υπήρχε διαφωνία, τότε ακολουθούσε το κλέψιμο της νύφης από τον αγαπημένο της.

 

Τ' ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ.

Το επισφράγισμα της προξενιάς και όλων των ενεργειών και συμφωνιών των ενδιαφερομένων ήταν τ' αρραβωνιάσματα. 

Το πρώτο στάδιο των αρραβώνων και η αρχή του συγγενικού τους δεσμού, ήταν το άλλαγμα των δαχτυλιδιών, που μ' αυτά επισημοποιούσαν τη συμφωνία που ως τώρα κρατούσαν μυστική (λογοδόσιμο). 

Τα δαχτυλίδια ήταν συνήθως ασημένια ή μπρούτζινα με ασημένια επίχρυση, ή «φλουροκαπνισμένα». Τα «φλουροκαπνισμένα» ήταν δαχτυλίδια πολυτελείας και τα αγόραζαν από τους «χρυσικούς» (χρυσοχόους) του χωριού. 

Τα δαχτυλίδια τα άλλαζαν συνήθως το βράδυ του Σαββάτου, για να έχουν μπροστά τους την Κυριακή που θα πήγαιναν να τους συγχαρούν για τα «χαϊρλήθκα». Τη Δευτέρα και την Τρίτη δεν έκαναν αρραβώνες για να μη «δευτερώσει» ή «τριτώσει». Ούτε και την Πέμπτη αρραβώνιαζαν γιατί νόμιζαν ότι θα «ξέπεφταν» (Πέμπτη-Πέφτει). Όταν ήταν έτοιμα όλα οι δύο συμπέθεροι συζητούσαν για την προίκα. Φτιάχνανε προικοσύμφωνο (γραπτό αν ήξεραν γράμματα). Για κάθε κορίτσι από τη στιγμή της γέννησής του η έγνοια των γονιών (της μάνας περισσότερο), αλλά και του ίδιου όταν μεγάλωνε ήταν η προίκα. Αφού τελείωνε το προικοσύμφωνο οι συμπέθεροι έβγαζαν δαχτυλίδια και τα αντάλλαζαν. Το δαχτυλίδι του αγοριού το έπαιρνε ο πατέρας του κοριτσιού και το δαχτυλίδι του κοριτσιού το έπαιρνε ο πατέρας του αγοριού. Ένας-ένας πλησίαζε φιλούσε τα δαχτυλίδια και ευχόταν: «χαϊρλήθκα, καλά στέφανα, και σε μ’κρότερα να χαρούμε». Οι τουφεκιές στον αέρα συμπλήρωναν το τυπικό της όλης διαδικασίας, αλλά και ανακοίνωναν το νέο σε όλο το χωριό. 

Τότε εμφανιζόταν για πρώτη φορά η νύφη (ο γαμπρός δεν πήγαινε στο λογοδόσιμο). Πήγαινε μπροστά στον πατέρα του αγοριού, προσκυνούσε τρεις φορές, του έβαζε στον ώμο ένα ζευγάρι «τσιράπια» και τον φιλούσε στο χέρι. Εκείνος κερνούσε τη νύφη χρήματα. Το ίδιο γινόταν και με όλους τους συγγενείς του γαμπρού, ξεκινώντας από τον προξενητή. Μετά έφευγε για να πάει στο δωμάτιο να ετοιμάσει τα δώρα που θα έστελναν μαζί με το δαχτυλίδι στον αρραβωνιαστικό και στους άλλους συγγενείς που δεν ήταν παρόντες. Και αφού έλεγαν και κάποια τραγούδια, αποχαιρετούσαν τους συμπεθέρους και έφευγαν. Έτσι τελείωνε το πρώτο στάδιο των αρραβώνων. Από εδώ και μπρος η κοπέλα θα φορούσε τη βέρα του αρραβωνιαστικού της και ο γαμπρός τη βέρα της αρραβωνιαστικιάς του.

 

 

ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ

Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών (βέρες), δεν αρκούσε για να φτάσει κανείς στο γάμο. Έπρεπε να ακολουθήσουν και τα επίσημα αρραβωνιάσματα που και η εκκλησία θα έβαζε τη σφραγίδα της, με το διάβασμα της ακολουθίας των αρραβώνων. Οι επίσημες αρραβώνες γινόταν συνήθως δυο βδομάδες πριν το γάμο. Στο διάστημα αυτό ο αρραβωνιαστικός, δεν έβλεπε την αρραβωνιαστικιά του σχεδόν καθόλου. Θα την έβλεπε ή τυχαία στο δρόμο ή πάντα με την παρουσία των γονιών τους. Αφού καλούσαν τους πιο στενούς συγγενείς του προξενητή και το Νουνό που θα στεφάνωνε, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για τους αρραβώνες. Έπαιρναν την «μανέστρα», έβαζαν τα δώρα για το σόι της νύφης και ξεκινούσαν. (Τις ίδιες περίπου ετοιμασίες έκαναν και στο σπίτι της νύφης). 

Στο δρόμο τραγουδούσαν: 

Αϊ παίρνω το ντουφεκάκι μου,
μ' έβρεχε μωρ’ με χιόνιζε.
Πάω να κυνηγήσω
Άιντε βρίσκω λαγόν από ‘βοσκε
Μ ' έβρεχε μωρ’ με χιόνιζε.
Πέρδικα που φωλιάζει
Ας βρέχει μωρέ κι ας χιονίζει (δις)
Άιντε ρίχνω σκοτώνω το λαγό
Μ΄ 'εβρεχε μωρ’ με χιόνιζε.
Και πιάνω την περδίκα
Ας βρέχει μωρέ κι ας χιονίζει (δις)


Σαν έφταναν στο σπίτι της νύφης, τους καλωσόριζαν και τους έβαζαν να κάτσουν στην «κόχη». Στην άλλη «κόχη» καθόταν το σόι της νύφης. Αφού τους κερνούσαν κρασί, μεζέδες και γλυκά, ερχόταν η ώρα να υπογράψουν το προικοσύμφωνο, επίσημα, μπροστά σε όλους τους καλεσμένους (ή το διάβαζε ο παπάς). Ύστερα από αυτό, το λόγο τον είχε ο παπάς, που έστελναν και τον φώναζαν για να αρραβωνιάσει, σύμφωνα με τους κανόνες της εκκλησίας. Έτσι ύστερα από το διάβασμα του παπά, ο δεσμός των αρραβώνων ήταν ακατάλυτος. Και αν κάποιος ήθελε να διαλύσει τους αρραβώνες, τότε επενέβαινε η εκκλησία. Αργότερα όμως οι εκκλησιαστικοί αρραβώνες απαγορεύτηκαν από την ίδια την εκκλησία και σήμερα γίνονται μαζί με τα «στέφανα». 

Μετά ακολουθούσε φαγοπότι και τραγούδι:

Σε τούτη την τάβλα την χρυσή, σε τούτο το τραπέζι
Τρεις μαυρομάτες μας κερνούν κι οι τρεις αράδ' αράδα.
Η μια κερνάει με τι γυαλί, άλλη με την κούπα
Κι η Τρίτη η μικρότερη, κερνάει με το ποτήρι,
Όσα ποτήρια τους κερνάει, τόσες ευχές της λένε
"να ζήσει χρόνους εκατό και να τους απεράσει".

Κατά τα ξημερώματα τελείωνε το γλέντι. Αντάλλαζαν τα δώρα και οι συγγενείς του γαμπρού ξεκινούσαν να φύγουν. Μαζί τους πήγαιναν και μερικοί συγγενείς της νύφης. Το γλέντι θα συνεχιζόταν για λίγο ακόμα στο σπίτι του γαμπρού. Την ώρα που έκοβαν και μοίραζαν την «μπουγάτσα» της νύφης, μια τουφεκιά τάραζε την ησυχία του χωριού. Έτσι τελείωναν και τα επίσημα αρραβωνιάσματα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ

1.ΜΙΑ ΚΟΝΤΗ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ (και αποκριάτικο)

Μια κοντή μωρέ μια κοντή

Μια κοντή μελαχρινή

Μια κοντή μελαχρινή

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Και μωρ’ συλογίζονταν

Ωρέ πώς να το περάσω εγώ

Τούτο το θολό νερό

Άντε πέρασές με νιούτσικε

Πάρε τα παπούτσια μου

Δεν τα θέλω κόρη μου

Δεν τα καταδέχομαι

Πέρασές με νιούτσικε

Θα σου δώσω φίλημα

Άντε θα σου δώσω φίλημα

Φίλημα κι αγκάλιασμα

Άντε μια και δυο την άρπαξε

Πέρα την επέταξε

Δώμ’ κορή το φίλημα

Φίλημα που μ’ έταξες

Παραπάνω νιούτσικε

Να φανούν τα σπίτια μας (2)

Να φανούν τα σπίτια μας

Και τα παραθύρια μας

2.ΑΦΗΝΩ ΓΕΙΑ ΤΙΣ ΟΜΟΡΦΕΣ (αρραβώνες)

Αφήνω γεια τις όμορφες

και γεια τις μαυρομάτες

εγώ παώ παώ στα Γιάννενα

εγώ παώ παώ στα Γιάννενα

στου Μπέη τα σαράια

βρίσκω τον Μπέη που λούζονταν (2)

σε μια χρυσή λυγένη

καλή μερά σου Μπέη μου (2)

καλώς τη βλάχα που ‘ρθε

εγώ είμ’ η βλάχα – η βλάχα η έμορφη (2)

η βλάχα η ξακουσμένη

πο’ χω τα χι- τα χίλια πρόβατα (2)

τα τρεις χιλιάδες γίδια

λύκος να φάει – να φάει τα πρόβατα (2)

και σκάρκαλος τα γίδια

να μείνει η βλα- η βλάχα η έμορφη

στο ’να βουνό τα πρόβατα (2)

στ’ άλλο βουνό τα γίδια

κι ανάμεσα στα δυο βουνά (2)

ρόδοι και μύλοι αλέθουν

τα έξι αλέθουν με νερό (2)

τα έξι με το γάλα

κι απ’ τον αφρό του γάλατος (2)

οι βλαχοπούλες πλένουν

η μια πλένει τους άρρωστους (2)

κι η άλλη τους λαβωμένους

κι η τρίτη η καλύτερη (2)

τους αρραβωνιασμένους

εγώ είμαι η βλάχα η έμορφη.

 

3.ΠΟΥ ΠΑΣ ΒΡΕ ΓΙΕ ΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΣ

Πού πας βρε γιε μου μοναχός

Δεν πάω μάνα μοναχός

Έχω τ’ς γονείδες αμπροστά

Και το νουνό μ’ από μεριά

Και τ’ αδερφάκια μ’ από κοντά

Γαμπρέ μ’ κι αϊτέ μας άργησες

Να ‘ρθεις να προσκυνήσεις

Μας άργησαν κι αργήσαμε

Κι αργήσαμε να ρθούμε

Είχα τερζή απόραφτε

Της νύφης τα στολίδια.

Μας άργησαν κι αργήσαμε

Κι αργήσαμε να ρθούμε.

Γεια σ’ Γιαννούλα γεια σ’

Να ρθεις τριγύρω τρεις φορές

Στης πεθεράς το σπίτι

Γεια σ’ Γιαννούλα γεια σ’

Να βρεις κλωνάρι λεμονιάς

Να δέσεις τ’ άλογό σου

Φεύγω κλαίγοντας.

 

4.ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΑΛΩΝΙΑ (και Πασχαλιάτικο)

Μωρ’ εκεί περά, μωρ’ εκεί περά,

Μωρ’ εκεί περά κι αντίπερα

Πέρα στα πέντε αλώνια

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Πέρα στα πέντε αλώνια

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εκεί λυχνούν, μωρ’ εκεί λυχνούν

Μωρ’ εκεί λυχνούν οι δώδεκα

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι Δέσπω ξι-, μωρ’ κι Δέσπω ξι-,

Μωρ’ κι Δέσπω ξισκιβάλιζε

Με τη χρυσή τη σκούπα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Με τη χρυσή τη σκούπα

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι η μάνα της, μωρ’ κι η μάνα της

Μωρ’ κι η μάνα της, της έλεγε

Κι η μάνα της, της λέει

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Κι η μάνα της, της λέει

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ φεύγα Δέσπω μ’, μωρ’ φεύγα Δέσπω μ’,

Μωρ’ φεύγα Δέσπω μ’, απ’ κουρνιαχτό

Φεύγα κι από τον ήλιο

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Φεύγα κι από τον ήλιο

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εγώ τον ή-, μωρ’ εγώ τον ή-,

Μωρ’ εγώ τον ήλιο αγαπώ

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Κόρη αρραβωνιασμένη.

5.ΜΑΡΟΥΣΙΑΝΑ

Πέντε μήνες έξη αδράχτια

Πότε τ’ άγνεσες, Μαρουσιάνα

Άχ, πότε τ’ άγνεσες

Κι άλλες πέντε δυο κουβάρια(2)

Πότε τα ‘μασες, Μαρουσιάνα

Αχ, πότε τα ’μασες

Κι άλλες τόσες σεργιανούσα (2)

Σε ψηλά βουνά Μαρουσιάνα

Αχ, σε ψηλά βουνά

Για να έβρω την αγάπη μ’(2)

Που την έχασα Μαρουσιάνα μ’

Αχ, που την έχασα

Που είναι μακρά στα ξένα(2)

Από δούλευα, Μαρουσιάνα μ’

Αχ, από δούλευα

Και σαν ήρθα και τη βρήκα (2)

Μες στον Γκιουλ Μπαχτσέ

Αχ, μες στον Γκιουλ Μπαχτσέ

Ρίχνω μήλο και της κρούω (2)

Δεν το δέχτηκε, Μαρουσιάνα μ’

Αχ, δεν το δέχτηκε

Ρίχνω και την αρραβώνα (2)

Και τη δέχτηκε, Μαρουσιάνα μ’

Αχ, και τη δέχτηκε.

6.ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ ΔΕΝ ΗΡΘΑΜΕ

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε, να φάμε και να πιούμε(2)

Εμείς τη νύφη ήρθαμε, να βγει να την γειδούμε(2)

Να ‘ρθει σιμά να ρθει κοντά, να μας φιλήσει τα χέρια(2)

Να μάσει τα κεράσματα, να κάνει τα προικιά της(2)

 

7.ΜΕΙΝΑΝ ΤΑ ΦΑΪΑ ΜΑΣ

Ωρέ τι δεν τρώτε φίλε τζάνουμ

Ωρέ μείναν τα φαϊά μας τζάνουμ δε σας άρεσαν

Φίλε τζάνουμ δε σας άρεσαν

Ωρέ έχει ο αφέντης μας και άλλα και τ’ αλλάζουμε

Ωρέ μείναν τα ποτήρια τζάνουμ δεν κερνούν καλά

Ωρέ έχει ο αφέντης και άλλα και τ’ αλλάζουμε

Φίλε τζάμουμ και τ’ αλλάζουμε

8.ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΑΝΟΤΡΑΠΕΖΑ

Αυτά τα λιανοτράπεζα

Θέλω να τα στολίσω

Με μόσχον με βασιλικό

Τριγύρω παλικάρια

Και στην κορφή μα……

Με τα χαρτιά στα χέρια

Τώρα καλώ παρακαλώ σας κι έλεγα

Παρακαλούσαν κι έλεγαν

Παρακαλούν και λένε

Να ‘τος ο Θος που εύχεται

Σ’ αυτόν το νοικοκύρη

Να ζήσει χρόνους εκατό

9. ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΚΙ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΛΑΔΙΑ

Άιντε παίρνουν κι ανθίζουν τα κλαδιά

Μικρή Ρηνούλα μου

Ωρέ κι ο πάγος δεν τ’ αφήνει

Θέλω κι εγώ Ρήνα μ’ να σ’ αρνηθώ

Κι ο πόνος δεν μ’ αφήνει.

Για της Ρηνούλας τον καημό

Ωρέ για της Ρηνούλας τον καημό

Μικρή Ρηνούλα μου

Ωρέ για της ραβωνιασμένης.

Την προξενούν Ρήνα μ’ στα Γιάννινα

Άντε την προξενούν Ρήνα μ’ στα Γιάννινα

Μικρή Ρηνούλα μου

Την προξενούν στην Πρέσπα (Λάρσα).

-Δε θέλω εγώ μάνα μ’ στα Γιάννινα

ωρέ δε θέλω εγώ μάνα μ’ στα Γιάννινα

δε θέλω εγώ στην Πρέσπα

μόν’ θέλω εγώ μάνα μ’ στον Τύρναβο.

Αέρας τα φυσάει τα πλατανόφυλλα

Θεός να τα φυλάει τα Ελληνόπουλα.

10. ΆΙΝΤΕ ΘΕΛΤΕ ΔΕΝΤΡΑ ΚΙ ΑΝΘΙΣΕΤΕ

Άιντε θέλτε δέντρα κι ανθίσετε

Θέλτε και μαραθείτε

Στον ίσκιο σας μωρέ δεν κάθομαι

Στον ίσκιο σας δεν κάθομαι

Ωρέ στην ρίζα σ’ δεν κοιμούμαι

Μόν’ καρτερώ την άνοιξη

Το Μάη το καλοκαίρι

Ν’ ανοίξει ο γαύρος κι η οξιά

Ωρέ να ισκιώσουν τα λημέρια

Να βγουν οι βλάχες στα βουνά

Ωρέ να βγουν οι βλαχοπούλες

Να βγουν τα λάγια πρόβατα

Ωρέ με τ’ αργυρά κουδούνια

Και ν’ αγναντεύει ο τσέλιγκας.

Μωρέ στρογγυλοφρύδα

Και σβάρνα την ποδιά

Τρελαίνεις παλικάρια

Κι ανύπαντρα παιδιά.

11. ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ

Ανάθεμα τη μάνα σου, μικρή Σταυρούλα μου

Ωρέ που σ’ έστειλε στο γάμο

Και σ’ είδαν τα ματάκια μου

Άντε που σ’ είδαν τα ματάκια μου

Κι απόρησε η καρδιά μου.

Σύρε να πεις κόρη μ’ τη μάνα σου

Άντε σύρε να πεις κόρη μ’ τη μάνα σου

Γαμπρόν για να με κάνει

Κι αν δεν θελήσει μωρέ για γαμπρό

Άιντε κι αν δε θελήσει για γαμπρό

Ας είναι κι υπηρέτης

Μόν’ θέλω τα ωρέ κόρη μ’ ματάκια σου.

12. ΠΑΙΡΝΩ ΤΟ ΝΤΟΥΦΕΚΑΚΙ ΜΟΥ

Παίρνω το ντουφεκάκι μου

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Και πάω να κυνηγήσω

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Άντε βρίσκω λαγόν από ‘βοσκε

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ περδίκα χιονισμένη

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Ρίχνω σκοτώνω το λαγό

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ λαβώνω την περδίκα

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Έκατσα τη μαϊέρεψα

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ σ’ αρχοντικό τραπέζι

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Κι ακάλεσα τις έμορφες

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ να ρθουν να τις φιλέψω

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Μόλις κινήσαν κι έρχονται

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ όλες με την αράδα

Ας βρέχει κι ας χιονίζει

Και μια ψηλή και μια λιγνή

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ δε φάνηκε να έρθει

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Φαίνεται πως αρρώστησε

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ βαριά για να πεθάνει

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

13. ΑΠΟΨΕ ΦΙΛΟΥΣ ΦΙΛΕΥΑ

Απόψε φίλους φίλευα, φίλους κι αγαπημένους.

Ν’ αρραβωνιάσω την Τασιά, μ’ αυτόν τον Αποστόλη.

Η Τασιά αντιλοήθηκε, στον αργαλειό που υφαίνει.

-Μάνα, μην αντροπιάζεσαι, τον Αποστόλ’ δεν παίρνω,

μόν’ παίρνω τζιομπανόπουλο, που παίζει τη φλογέρα.

 

Ο ΓΑΜΟΣ -"ΧΑΡΑ"

Ο γάμος κρατούσε μια εβδομάδα και γινόταν συνήθως τους μήνες Ιανουάριο ή Φεβρουάριο, τότε που ο κόσμος δεν είχε δουλειές. Οι ετοιμασίες του γάμου άρχιζαν από την Δευτέρα. Έπρεπε να μαζέψουν πιάτα, πιρούνια, κουτάλια, τραπέζια, καρέκλες και ότι άλλο χρειαζόταν. Κανένα σπίτι εκείνα τα χρόνια δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε ένα γάμο από μόνο του. Γι' αυτό και όλα τα μαχαιροπίρουνα, πιάτα κ.τ.λ είχαν πάνω τους χαραγμένα τα αρχικά του ιδιοκτήτη, ώστε να μην χάνονται στους γάμους. 

Την Πέμπτη το μεσημέρι ζύμωναν για να "αναπιάσουν τα προζύμια του γάμου". Με τα προζύμια αυτά θα φτιάχνανε τις κουλούρες και τα ψωμιά για το γάμο.

Την Παρασκευή το πρωί τα παιδιά καλούσαν με την "τίτσα" γεμάτη ρακί όλο τον κόσμο του χωριού στο γάμο. Μια παρέα παιδιών καλούσε για τη νύφη και μια άλλη παρέα παιδιών καλούσε για το γαμπρό. (Η παρέα από την πλευρά της νύφης καλούσε και για τα προικιά.)

Την Παρασκευή το μεσημέρι η νύφη έδειχνε στον κόσμο την προίκα της. Την ίδια μέρα το σόι του γαμπρού καλούσε με κουλούρες το νουνό, τον παπά, τα μπρατίμια και τις μπρατίμισσες.

Το Σάββατο το πρωί πριν χαράξει ο ήλιος τα μπρατίμια πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού έριχναν τρεις τουφεκιές στον αέρα και έστηναν τον "φλάμπουρο", σημάδι για να ξεκινήσει ο γάμος.

Αμέσως μετά άρχιζαν με πυρετώδικες κινήσεις στο σπίτι του γαμπρού αλλά και της νύφης οι ετοιμασίες για το γάμο.

Το μεσημέρι ξεκινούσε στα μεγάλα ταψιά και καζάνια το μαγείρεμα των φαγητών. Σούπα και λάχανο με κρέας στο καζάνι και πατάτες με κρέας στα ταψιά.

Το απόγευμα, πριν δύσει ο ήλιος ένας μπράτμος πήγαινε να φέρει τα όργανα (τους οργανοπαίχτες). Τα όργανα με το γαμπρό και τα μπρατίμια χορεύοντας πήγαιναν στο σπίτι του παπά, του νουνού και των άλλων στενότερων συγγενών του γαμπρού για να τους καλέσουν στο γλέντι. Όλοι στο τέλος συγκεντρώνονταν στο σπίτι του γαμπρού για το γλέντι που θα κρατούσε μέχρι το πρωί.

Γλέντι γίνονταν και στο σπίτι της νύφης, αλλά χωρίς όργανα. Ή θα τραγουδούσαν οι ίδιοι ή θα έπαιζε κάποιο γραμμόφωνο. Το πρωί τα μπρατίμια μαζί με τα όργανα πήγαιναν στη βρύση να πάρουν νερό για να λούσουν και να ξυρίσουν το γαμπρό. Μέσα στο γκιουμ με το νερό έβαζαν βασιλικό με ρίζα (για να ριζώσουν τα νιόγαμπρα), λουλούδια και το δαχτυλίδι του γαμπρού.

Στο δρόμο τραγουδούσαν: 

Η πεθερά κι ο πεθερός ψηλό βουνό ανεβαίνουν,
Να πελεκήσουν μάρμαρο, να βγάλουν κρύα βρύση,
Να πάν' μπρατίμ' να πάρν' νερό, να μπιρμπιρίσουν το γαμπρό.

Το λούσιμο του γαμπρού ήταν δουλειά του νονού. Την ώρα που ο νουνός έλουζε το γαμπρό τραγουδούσαν:


Λούζεται τ' αρχοντόπουλο, σε μια χρυσή λυγένη
Περδίκα φέρνει το νερό και πάπια το σαπούνι
Κι η αδερφή η αγλήγορη φέρνει χρυσό μαντήλι

Αφού τελειώσει το λούσιμο ο νουνός έπαιρνε το χτένι και χτένιζε τα μαλλιά του γαμπρού. Στο τέλος ο νουνός ξύριζε το γαμπρό με ένα άφορο (καινούργιο) ξυράφι (από εκεί βγήκε η λαϊκή έκφραση «στον πάτο τον ξυρίζουν το γαμπρό». Μετά ο νουνός τύλιγε το ξυράφι, το σαπούνι, τη χτένα και το «λιβάντο» στην πετσέτα και όλα μαζί τα δώριζε στο γαμπρό. Η μάνα του γαμπρού δώριζε τη νουνά, το νουνό και τους κοντινούς συγγενείς (σπιτιάτες) και μόλις τελείωνε ο γαμπρός το ντύσιμο, χαιρετούσε τους γονιούς, τα αδέρφια του, τους νουνούς ή άλλους κοντινούς συγγενείς και έβγαιναν για να πάνε στο σπίτι της νύφης.

Την ώρα που ντύνονταν ο γαμπρός, η νουνά και οι μπρατίμισσες στόλιζαν το φλάμπουρο. Πριν το 1912 που η Μακεδονία ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους, το φλάμπουρο ήταν από ένα άσπρο ορθογώνιο πανί πάνω στο οποίο η νουνά έραβε ένα μεγάλο κόκκινο σταυρό στη μέση με μεταξωτή κλωστή. Μετά το 1912 τη θέση του άσπρου πανιού πήρε η ελληνική γαλανόλευκη σημαία. Πάνω στην ελληνική σημαία έραβε πέντε σταυρούς φτιαγμένους με κλωνάρια βασιλικού και λουλούδια. Στην κορφή του φλάμπουρου στο σταυρό, μπήγανε τρία μήλα και έδεναν ένα καινούριο μαντήλι. Ο φλάμπουρος τώρα ήταν έτοιμος.

Αφού τέλειωνε το ντύσιμο του γαμπρού και το στόλισμα του φλάμπουρου, ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης. Μπροστά πήγαιναν οι «σχαριάτες» κρατώντας στα χέρια μια κανάτα με κρασί, στολισμένη με λουλούδια και βασιλικό. Πήγαιναν μπροστά από τους άλλους για να τους πάρουν τα «σχαρίκια» και να τους πουν πως το συμπεθεριό του γαμπρού σε λίγο θα ήταν εκεί. Η μάνα της νύφης τους περίμενε επίσης με μια στολισμένη κανάτα με κρασί που την άλλαζε με αυτήν που κρατούσαν οι «σχαριάτες» του γαμπρού και τους δώριζε μάλλινα τσιράπια. Μόλις έφτανε ο γαμπρός η μάνα της νύφης έπαιρνε από το μπράτσο το γαμπρό και τον οδηγούσε σε ένα σημείο έξω στην αυλή, από όπου η νύφη έπρεπε να τον δει («να τον γυαλίσει») μέσα στον καθρέφτη από το παράθυρο, χωρίς να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο.

Ακολουθούσε το χτένισμα «πλέξιμο» της νύφης από τον αδερφό της. Η νύφη, φορώντας το «προκάρ» ή «Δευτεριάτικο» (το δεύτερο φόρεμα της νύφης, αυτό που φορούσε τη Δευτέρα μετά το γάμο και πήγαινε για νερό στο πηγάδι), καθόταν πάνω σε καρέκλα με πλεγμένο μαξιλάρι και κοιτούσε προς την ανατολή. Ο αδερφός της περνούσε τη χτένα τρεις φορές από τα μαλλιά της και της φορούσε τα «τέλια» και την «γιρλάντα». Οι άλλοι στο μεταξύ τραγουδούσαν:

Αργυρό μου χτένι, σέρνει αγάλια-αγάλια,

Τρίχα μη ραγίσεις από τα μαλλιά μου

Και την πάρ’ν οι ξένοι και την κάνουν μάγια

Μάγια στο κορμί μου.

Φωτ.

Όταν τελείωνε το πλέξιμο της νύφης, σηκωνόταν από την καρέκλα, προσκυνούσε τον αδερφό της τρεις φορές, του φιλούσε το χέρι και την οδηγούσε στο χορό. Χόρευε πρώτα η νύφη και μέχρι εκείνη να ντυθεί χόρευαν οι συγγενείς της.

Αργότερα όταν τα μπρατίμια του γαμπρού πήγαιναν να πάρουν τα προικιά της νύφης, την ίδια ώρα ο μεγάλος μπράτμος του γαμπρού έμπαινε στο δωμάτιο της νύφης να της φορέσει τα παπούτσια. Η νύφη αντιστεκόταν και ο μπράτμος τη «δωροδοκούσε» δίνοντάς της χρήματα. Έτσι κατάφερνε να της φορέσει τα παπούτσια. Στο μεταξύ ήδη τα προικιά είχαν φορτωθεί στα ζώα και σε ένα απ’ αυτά ανέβαζαν ένα αγόρι που κρατούσε στα χέρια τον καθρέφτη (με τον οποίο νωρίτερα η νύφη είχε «γυαλίσει» το γαμπρό), για να «κάν’ η νύφ’ πιδί» (αγόρι).

Φωτ.

Ανέβαιναν στα άλογα ο γαμπρός, η νύφη, ο νουνός και οι πεθεροί. Μια τουφεκιά έδινε το σύνθημα να φύγουν για την εκκλησία τραγουδώντας:

Αφήνω γεια τις όμορφες και γεια τις μαυρομάτες
  κι εγώ στα Γιάννινα στου Μπέη τα σαράια

Βρίσκω το Μπέη που λούζουνταν σε μια χρυσή λυένη

Καλημερά σου Μπέη μου, καλώς την κόρη πού ‘ρθε

Εγώ είμαι η κόρη η όμορφη, η κόρη η παινεμένη

Πού ‘χω τα χίλια πρόβατα, τα δυο χιλιάδες γίδια

Στο ‘να βουνό τα πρόβατα, στ’ άλλο βουνό τα γίδια

Κι ανάμεσα στα δυο βουνά συμπέθεροι χορεύουν

Λύκος να φάει τα πρόβατα και τσάκαλος τα γίδια

Στην εκκλησία περίμεναν οι γυναίκες με τη νούνα, η οποία είχε τα «στέφανα» στην κανέστρα και αφού τα χόρευε τρεις φορές τα πήγαινε στην εκκλησία. Όταν πλησίαζε το συμπεθεριό για την εκκλησία, πήγαιναν μπροστά δυο «σχαριάτες» της νύφης κρατώντας στολισμένη μια κανάτα με κρασί, την οποία άλλαζαν με την κανάτα που κρατούσε η μάνα του γαμπρού. Η δε μάνα του γαμπρού στη συνέχεια δώριζε τους σχαριάτες.

Φωτ.

Μόλις έφταναν στην εκκλησία, καβάλα στα άλογα, έφερναν τρεις φορές το γύρο της εκκλησίας. Μετά ο πατέρας του γαμπρού κατέβαζε τη νύφη από το άλογο, τον προσκυνούσε τρεις φορές, τον δώριζε (συνήθως τσιράπια) και του φιλούσε το χέρι, ενώ εκείνος την κερνούσε. Στη συνέχεια η νύφη έπαιρνε στην αγκαλιά της ένα αγόρι, το φιλούσε σταυρωτά τρεις φορές και το δώριζε (για να κάν’ η νύφ’ πιδί).

Μετά τη στέψη, γίνονταν ο μεγάλος χορός στην πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι ο νούνος που κρατάει το φλάμπουρο και ακολουθούσαν οι άντρες με τελευταίο το γαμπρό. Η νύφη, μαζί με τη νούνα και την κουνιάδα, ξεκινώντας από το νούνο, προσκυνούσε τον καθένα τρεις φορές και τους φιλούσε το χέρι, με το αζημίωτο φυσικά. Στο χορό μετά τους άντρες πιάνονταν οι πεθερές, μετά ο γαμπρός, μετά η νύφη, η νούνα και έπειτα όλες οι άλλες γυναίκες.

Ξεκινούσαν το χορό και τραγουδούσαν πρώτα οι άντρες και επαναλάμβαναν οι γυναίκες:

Εβγάτ’ αγόρια στο χορό, κοράσια στα τραγούδια,

Να δείτε και να μάθετε πώς πιάνετ’ η αγάπη

Από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει

Και από τα χείλη στην καρδιά, ριζώνει και δε βγαίνει.

Και αμέσως μετά τραγουδούν το:

Στο Σερβιώτικο τον κάμπο, περπατεί μια περιστέρα

Μεταξιά με τα γαλάζια, με το φερετζέ στον ώμο

(ή Μεταξιά με τα γαλάζια, με τα τέλια στο κεφάλι)

Κι άγουρος την τριγυρίζει, μάσε κόρη μ’ το σαγιά σου

Να μη λερωθεί η ποδιά σου και μαλώσει η πεθερά σου

Κι αν λερώσει τι σε μέλει, η μάνα μ’ άλλη θα με πάρει

Κι ο μπαμπάς μου θα πληρώσει.

Μόλις τέλειωνε το τραγούδι, άρχισαν να παίζουν τα όργανα, οι γυναίκες σταματούσαν και χόρευαν μόνο οι άντρες. Όταν έκανε στροφή ο χορός, ο νουνός έβγαζε τα μήλα από το φλάμπουρο και τα πετούσε ένα-ένα σταυρωτά και το πρώτο προς την ανατολή. Όποιος έπιανε μήλο θεωρούνταν τυχερός και μάλιστα αν το έπιανε ανύπαντρος, σήμαινε ότι σύντομα θα παντρευόταν.

Φωτ.

Μετά το μεγάλο χορό, ο χορός γίνονταν διπλός, ξεχωριστά οι άντρες και οι γυναίκες. Στην αρχή χόρευε ο νουνός με τη νουνά. Μετά χόρευε ο γαμπρός με τη νύφη. Πριν ξεκινήσει το χορό η νύφη, κοιτώντας προς την ανατολή, προσκυνούσε τρεις φορές. Σήμερα που δε φιλάει η νύφη τα χέρια πριν το μεγάλο χορό, την ώρα αυτή ο κόσμος κερνάει τη νύφη και το γαμπρό, καρφιτσώνοντάς τους στο στήθος χρήματα. Μετά χόρευαν οι υπόλοιποι συγγενείς, ξεκινώντας από τους πιο κοντινούς και πρώτοι απ’ όλους οι συγγενείς του γαμπρού.

Στο τέλος και πριν φύγουν όλοι, τα μπρατίμια μαζί με το γαμπρό και τη νύφη, πήγαιναν στη μέση της πλατείας, όπου ήταν στημένο το φλάμπουρο. Φορούσαν στη νύφη μια ποδιά και αυτή έριχνε με το «γκιούμ» νερό για να πλυθούν όλα τα μπρατίμια. Τους φιλούσε έναν-έναν το χέρι και τους δώριζε (τσιράπια ή πετσέτες). Στη συνέχεια έπαιρναν την «κλούρα» του γαμπρού, η οποία στη μέση είχε μια μεγάλη τρύπα για να πιαστούν τα «νιόγαμπρα» και τα μπρατίμια. Τραβούσαν όλοι μαζί και προσπαθούσαν να πάρουν το μεγαλύτερο κομμάτι. Οι ελεύθεροι νέοι και νέες έβαζαν το κομμάτι κάτω από το μαξιλάρι για να δουν στον ύπνο τους ποιον θα παντρευτούν. Φεύγοντας για το σπίτι, η νύφη κρατούσε το γκιούμ και έριχνε συνέχεια νερό στο δρόμο μέχρι να φτάσουν, για να κυλίσει η ζωή της όπως κυλάει το νερό.

Στην πόρτα την περιμένει η μάνα του γαμπρού κρατώντας στα χέρια της μέλι και γάλα. Την ίδια στιγμή τα μπρατίμια τραγουδούν:

Έβγα πεθερά στη σκάλα, με το μέλι με το γάλα.

Ρίξε ρύζι να ριζώσουν, σαν το στάρι να φυτρώσουν.

Σέβα-σέβα κυρά νύφη μέσ’ του νιόγαμπρου το σπίτι

Κει μέσα που μπαίνεις νύφη, να ριζώσεις να φωλιάσεις,

Πέντε γιους να αποκτήσεις και στον πάτο θυγατέρα

Να τιμάς τον πεθερό σου, να τιμάς την πεθερά σου

Να τιμάς και την κουνιάδα και τις συννυφάδες όλες.

Αφού τους τάιζε η μάνα του γαμπρού μέλι και γάλα, σταύρωναν το ανώφλι της πόρτας με μέλι και γάλα και έμπαιναν στο σπίτι του για να δουν το ματωμένο «πουκάμισο» της νύφης. Μετά οδηγούσαν τη νύφη στη βρύση για να φέρει το πρώτο νερό στο νέο της σπίτι. Έπαιρνε ένα γκιούμ ολοκαίνουργιο και ξεκινούσε για την πιο κοντινή βρύση με τη συνοδεία των πιο κοντινών συγγενών (συννυφάδες, κουνιάδες και μπρατίμισσες). Όταν έφταναν στη βρύση, γέμιζε το γκιούμ με νερό και έριχνε στη λεκάνη της βρύσης κέρματα, τα οποία έπαιρνε κατόπιν ένα αγόρι, για να «κάν’ η νύφ’ πιδί».

Στο δρόμο τραγουδούσαν:

 

1.ΚΙΝΗΣΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Κίνησα του δρόμου, δρόμου,

Βρίσκω μια μηλιά στου δρόμου,

Που ‘ταν φουρτουμένη μήλα.

Έσκυψα να πάρου ένα

Κι η μηλιά μ’ αντιλοήθκι:

-Φσες με, φσες μ’ αυτού τα μήλα!

Μην τα παίρνεις, μην τα’ αφήνεις,

Μην τα βαριομαραγκιάζεις.

2.ΈΒΓΑ ΠΕΘΕΡΑ ΣΤΗ ΣΚΑΛΑ

Έβγα πεθερά στη σκάλα

Με το μέλι με το γάλα

Να ‘ξερεν η πεθερά μου

Που ‘ρχομαι από το πηγάδι

Κρυωμένη παγωμένη.

 

Φωτ.

Στο δρόμο της επιστροφής, όποιον συναντούσαν, η νύφη τον προσκυνούσε. Μόλις έφταναν στο σπίτι η νύφη έριχνε νερό για να πλύνει τα χέρια της η συνοδεία της και τα πεθερικά της και εκείνοι την κερνούσαν. Κάπου εδώ τελείωνε ο γάμος.

(Άλλα τραγούδια του γάμου)

1.Ο ΗΛΙΟΣ ΕΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ

Ο ήλιος επαντρεύεται / και παίρνει το φεγγάρι

Κι όλα τ’ αστέρια κάλεσε / συμπέθεροι να πάνε

Την πούλια τον αυγερινό / νουνιά να στεφανώσουν

Παίρνουν τα στέφανα χρυσά / και τα κεριά ασημένια

Και το κριθάρι από’σπερναν / όλο μαργαριτάρι

Τους έφκιασε φαϊά να φαν / μόσχον και καριοφίλι

Τους έδωσε κρασί να πιούν / σαν του λαγού το αίμα

Τους έστρωσε για στρώματα / το Μάη με τα λουλούδια

Ή

Ο ήλιος επαντρεύεται / και παίρνει το φεγγάρι

Κι όλα τ’ αστέρια κάλεσε / συμπέθεροι να πάνε

Την πούλια τον αυγερινό / νουνιά να στεφανώσουν

Τους έστρωσε για στρώματα / το Μάη με τα λουλούδια

Τους έδωσε ψωμί να φαν / μόσχον και καρυοφίλλι

Τους έδωσε κρασί να πιούν / θάλασσες και ποτάμια.

(χτένισμα της νύφης)

2.ΜΙΑ ΚΟΝΤΗ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ

Μια κοντή μωρέ μια κοντή

Μια κοντή μελαχρινή

Μια κοντή μελαχρινή

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Και μωρ’ συλογίζονταν

Ωρέ πώς να το περάσω εγώ

Τούτο το θολό νερό

Άντε πέρασές με νιούτσικε

Πάρε τα παπούτσια μου

Δεν τα θέλω κόρη μου

Δεν τα καταδέχομαι

Πέρασές με νιούτσικε

Θα σου δώσω φίλημα

Άντε θα σου δώσω φίλημα

Φίλημα κι αγκάλιασμα

Άντε μια και δυο την άρπαξε

Πέρα την επέταξε

Δώμ’ κορή το φίλημα

Φίλημα που μ’ έταξες

Παραπάνω νιούτσικε

Να φανούν τα σπίτια μας (2)

Να φανούν τα σπίτια μας

Και τα παραθύρια μας

3.ΜΙΑ ΞΑΝΘΙΑ ΜΙΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΑ (χτένισμα της νύφης)

Μια ξανθιά μια μαυρομάτα

Σε γιοφύρι κάθιτι

κι όλο συλλογίζεται:

πώς να το περάσω εγώ

Τούτο το θολό νερό

πέρασές με νιούτσικε

Πάρι του γκιουρντάνι μου

Δεν του παίρνω κόρη μου

Δεν τα καταδέχομι

Πέρασέ σ’ με νιούτσικε

Πάρι του βραχιόλι μου.

Δεν του παίρνω κόρη μου

Δεν του καταδέχομι

Πέρασές με νιούτσικε

Θα σου δώσω φίλημα

Σ’ν αγκαλιά την άρπαξι πέρα την απέρασι.

4.ΜΕΙΝΑΝ ΤΑ ΦΑΪΑ ΜΑΣ

Ωρέ τι δεν τρώτε φίλε τζάνουμ

Ωρέ μείναν τα φαϊά μας τζάνουμ δε σας άρεσαν

Φίλε τζάνουμ δε σας άρεσαν

Ωρέ έχει ο αφέντης μας και άλλα και τ’ αλλάζουμε

Ωρέ μείναν τα ποτήρια τζάνουμ δεν κερνούν καλά

Ωρέ έχει ο αφέντης και άλλα και τ’ αλλάζουμε

Φίλε τζάμουμ και τ’ αλλάζουμε

 

 

5. ΦΛΑΜΠΟΥΡΟΣ

Το τίνος είναι ο φλάμπουρος

Και το χρυσό μπαριάκι

Του (Γιώργου) είναι ο φλάμπουρος

Και το χρυσό μπαριάκι

Μωρέ κυρά μπρατίμισσα (2)

Κατέβα κάτω στο μπαχτσέ(2)

Μάσε και δυο φούντες βασιλικό(2)

Και μια φούντα τριαντάφυλλα(2)

Για να στολήσει τ’ άλογα (το φλάμπουρο) (2)

(να καβαλκέψει ο γαμπρός

να πάει στην πόλη και ναρθεί

να φέρει μήλο κόκκινο)

6.ΜΩΡΕ ΚΥΡΑ ΜΠΡΑΤΙΜΙΣΣΑ

Μωρέ κυρά μπρατίμισσα

Κατέβα κάτω στο μπαχτσέ

Να μάσεις λουλούδια του Μαϊού(2)

Και δυο φούντες τριαντάφυλλα(2)

Για να στολίσουν τ’ άλογα(2)

Να καβαλκέψει ο γαμπρός(2)

Να πάει στην πόλη και να ‘ρθεί(2)

Να φέρ’ περδίκα στο κλουβί.(2)

7.ΛΥΓΕΡΗ ΣΤΟΛΙΖΟΝΤΑΝ

Άντε λυγερή στολίζονταν

Καημένη λυγερή

Από το πρωί ως το βράδυ

Βάζει τον ήλιο πρόσωπο

Άντε καημένη λυγερή

Και το φεγγάρι αστήθη

Και τον καθάριο αυγερινό

Άντε καημένη λυγερή

Τον βάζει δαχτυλίδι

Και παίρνει έναν ανήφορο

Άντε καημένη λυγερή

Στην μάνα της να πάει

-Μάνα μ’ τον άντρα που μ’ έδωσες

8.ΓΑΜΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΚΑΘΙΣΕ

Γαμπρός στην πέτρα κάθισε

Και η πέτρα μωρέ έβγαλε νερό

Να πάει νουνός

νουνός να πάρει νερό

Να μπερμπερίσουν το γαμπρό

λούζεται τ’ αρχοντόπουλο

σε μια χρυσή λυγένη

η πάπια φέρνει το νερό

κι η χήνα το σαπούνι

κι η μάνα του η αγλήγορη

φέρνει το πιστιμάνι

9.ΘΕΛΩ Ν’ ΑΝΕΒΩ ΣΕ ΒΟΥΝΟ

Θέλω να ανέ- ν’ ανέβω σε βουνό(2)

Να πελεκή- να πελεκήσω μάρμαρο(2)

Να βγάλω κεφαλόβρυσο(2)

Να πάν’ μπρατίμοι να πάρ’ν νερό(2)

Να φέρ’ν να λού- να λούσουν τον γαμπρό(2)

Λούζεται τα’ αρχοντόπουλο σε μια χρυσή λυένη

 

 

10.ΛΟΥΖΕΤΑΙ Τ’ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ

Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό (2)

Να πελεκήσω μάρμαρο(2)

Να βγάλω μια κρυόβρυση(2)

Να παν μπρατίμ’ να πάρ’ν νερό(2)

Να μπερμπερίσουν το γαμπρό (2)

λούζεται τ’ αρχοντόπουλο(2)

σε μια χρυσή λυγένη(2)

η πάπια φέρνει το νερό(2)

κι η χήνα το σαπούνι(2)

κι η μάνα του η αγλήγορη(2)

φέρνει το πιστιμάνι(2)

11.ΤΡΕΙΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

Τρεις χρόνους έχει ο νιούτσικος

Που περπατεί για νύφη(2)

Πήρε κορίτσι από σειρά

κι από καλούς γονείδες(2)

Κι είχε τα στάρια αθέριστα

Μαζί με τ’ς θεριστάδες (2)

Κι είχε τ’ αμπέλια ατρύγητα

Μαζί με τ’ς τρυγητάδες (2)

12.ΑΣΠΡΗ ΕΙΣΑΙ ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Άσπρη είσαι κόρη μου άσπρη κι όμορφη κι άσπρη είναι η φορεσιά σου(2)

Άσπρα λουλούδια φύτρωσαν τριγύρω στην ποδιά σου(2)

Μας γέλασες μας πλάνεψες μας πήρες το λεβέντη(2)

-Σας γέλασαν τα νιάτα μου και το λιγνό κορμί μου(2)

-Έλα κοντά έλα σιμά να μας φιλήσεις τα χέρια(2)

να μάσεις τα κεράσματα να κάνεις τα προικιά σου(2)

13.ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ

Ανάθεμα τη μάνα σου

Μικρή Σταυρούλα

Που σε ‘στειλε στο γάμο

Και σ’ είδαν τα ματάκια μου

Κι απόρησε η καρδιά μου

Σύρε να πεις κόρη μ’ τη μάνα σου

Γαμπρό για να με κάνει

Κι αν δεν θελήσει για γαμπρό

Ας είναι κι υπηρέτης

Μόν’ θέλω κόρη μ’ τα ματάκια σου.

14.ΑΝΤΕ ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΕΣ

Άντε συντρόφισσες να πάμε για νερό

Σύρτε ‘σεις δεν έρχομαι

‘μένα μ’ αρραβώνιασαν(2)

στο πέρα μαχαλά

που ‘ν τα σπίτια τα ψηλά

τα παραθύρια τα φαρδιά

δαχτυλίδι μου ΄βαλαν

στο μισιό το δάχτυλο

15.ΕΒΓΑΤΕ ΑΓΟΡΙΑ ΣΤΟ ΧΟΡΟ

Εβγάτε αγόρια στο χορό

κοράσια στα τραγούδια(2)

να ειδείτε και να μάθετε

πώς πιάνεται η αγάπη(2)

από τα μάτια πιάνεται

στα χείλη κατεβαίνει(2)

κι από τα χείλη στην καρδιά

ριζώνει και δε βγαίνει(2)

16.ΣΤΟ ΣΕΡΒΙΩΤΙΚΟ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ

Στο Σερβιώ- στο Σερβιώτικο τον κάμπο

Περπατεί περπατεί μια περιστέρα

Με τα ξιά με τα ξιά με τα γαλάζια

Με το φε- με το φερετζέ στον ώμο

Μάσε κό- μάσε κόρη μ’ το σογιά σου

Να φανεί να φανεί η αρχοντιά σου.

ή

17.ΣΤΟ ΣΕΡΒΙΩΤΙΚΟ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ

Στο Σερβιώ στο Σερβιώτικο τον κάμπο

Περπατεί περπατεί μια περιστέρα

Με τα ξιά με τα ξιά με τα γαλάζια

Με το φε με το φερετζέ στον ώμο

Με τα τέ με τα τέλια στο κεφάλι

Κι άγουρος κι άγουρος την τριγυρίζει

-Μάσε κό- μάσε κόρη μ’ το σαϊά σου,

να μη λε- να μη λερωθεί η πουδιά σου

και μαλώσ(ει) η πιθιρά σου.

18.ΤΗΣ ΒΟΥΡΓΑΡΑΣ ΘΥΓΑΤΕΡΑ

Της βουργάρας θυγατέρα

Που την έχει τόσ’ ασπράδα

Κι άλλη τόση κοκκινάδα;

Πο ‘κλιψε τ’ Αη Λιού τα κάλλη

Κι του φεγγαριού τη λάμψη.

Αϊ μωρέ Βουργάροι να πολεμηθούμε

Κι όποιος ανικήσει, να πάρει τη Βουργάρα

Της Βουργάρας τ’ θυγατέρα,

Πο ‘κλιψε τ’ Αη Λιού τα κάλλη

Κι του φεγγαριού τη λάμψη.

19.Ν’ ΙΨΕΣ ΜΙ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ν’ ιψές μι του φεγγάρι,

Σήμερα με τον ήλιου,

Έβγα μάνα μ’ ιδές με,

Πώς την κρατώ ‘π’ του χέρι

‘π’ του χέρι τσακουμένη

20.ΔΕΝΤΡΟΝ ΕΙΧΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΟΥ

Δέντρον είχα στην αυλή μου

Κυπαρίσσ’ στουν ουβουρό μου

Κι έπριπι του σπίτι μ’ όλου

Κι ου μαχαλάς μου όλους.

Κόρη κάθονταν στον ίσκιου

Κι κιντάει χρυσό μαντήλι.

Κέντα κόρη μ’ το μαντήλι,

Κέντα το και χρύσωσέ το

Κι άλλουν νιο να μην του δώσεις,

Μόγγ’ ιμένα το λεβέντη,

Που ‘μαι νιος και παλικάρι.

 

21.ΌΣΑ ΑΣΤΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (νυφιάτικο)

Όσα άστρα από τον ουρανό

Και φύλλα από τα δέντρα

Τόσα φλουράκια ξόδεψα

Κόρη μου για τα ‘σένα

Κι ακόμα δε σε φίλησα

Δε σ’ έχω φιλημένη

Φοβούμαι από τη μάνα σου

Κι από την αδερφή σου

Όσο βαθιά είν’ η θάλασσα

Και πατημό δεν έχει

Τόσο γλυκιά είναι η μάνα μου

Και χορταμό δεν έχει

22.ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ ΔΕΝ ΗΡΘΑΜΕ

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε

Να φάμε και να πιούμε(2)

Εμείς τη νύφη θέλουμε

Να βγει να την γειδούμε(2)

Να ρθεί κοντά να ρθεί σιμά

Να μας φιλήσει τα χέρια(2)

Να μάσει τα κεράσματα

Να κάνει τα προικιά της(2)

23.ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΚΟΡΦΟ ΒΟΥΝΟ

Από το τρίκορφο βουνό μια νύφη κατεβαίνει

Απ’ το φλουρί δε φαίνεται και από το μαργαριτάρι

Και από το άσπρο φόρεμα δεν μπορεί να περπατήσει

Η μάνα του κυρ γαμπρού

στο παραθύρι κάθεται

με τους ανέμους μάλωνε:

Για πάψτε ανέμοι πάψετε

να δω το γιο μου απ’ έρχεται

στο Γρίβα καβαλάρης

πάεισε μονός και ήρθε διπλός

φέρνει περδίκα στο κλουβί

που την προβότσε η μάνα της

με τα μαλλιά της ξέπλεχτα

με τα ματάκια χαμηλά

με τα χεράκια σταυρωτά.

ή

24.ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΚΟΡΦΟ ΒΟΥΝΟ

Από το τρίκορφο βουνό μια νύφη κατεβαίνει

Απ’ το φλουρί δε φαίνεται και από το μαργαριτάρι

Και από το άσπρο φόρεμα δεν μπορεί να περπατήσει

Από την πόλη και ως εδώ

Να στήσω καλντερίμι

Να διαβούν ο νούνος κι ο παπάς

Να διαβούν κι οι μπρατίμοι

Να διαβούν και τα νιόγαμπρα

Με τ’ αργυρά στεφάνια

ή

25.ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΚΟΡΦΟ ΒΟΥΝΟ

Από το τρίκορφο βουνό μια νύφη κατεβαίνει

Απ’ το φλουρί δε φαίνεται και από το μαργαριτάρι

Πώς την προβότσει η μάνα της να βγει στο παραθύρι

Με τα μαλλάκια ξέπλεχτα με τα ματάκια χαμηλά

Και τα χεράκια σταυρωτά

Κι η μάνα του κυρ γαμπρού στο παραθύρι κάθονταν

Με τους ανέμους μάλωνε

Πάψτε ανέμοι πάψετε να δω τη νύφ’ από ‘ρχεται

Που την προβότσε η μάνα της

ή

26.ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΚΟΡΦΟ ΒΟΥΝΟ

Από το τρίκορφο βουνό

μια νύφη κατεβαίνει

από το φλουρί δε φαίνεται

και από το μαργαριτάρι

και από το άσπρο φόρεμα

δεν μπορεί να περπατήσει

η μάνα του κύρη γαμπρού

στο παραθύρι κάθεται

με τους ανέμους μάλωνε:

«Για πάψτε ανέμοι πάψετε

να δω το γιο μου απ’ έρχεται

στο Γρίβα καβαλάρης

πάει μονός και ήρθε διπλός

φέρνει περδίκα στο κλουβί

που την προβότσε η μάνα της

με τα μαλλιά της ξέπλεχτα

με τα ματάκια χαμηλά

με τα χεράκια σταυρωτά

27.ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΩΣ ΕΔΩ

Από την πόλη και ως εδώ

θα στήσω καλντερίμι

να διαβούν ο νούνος κι ο παπάς

να διαβούν κι οι μπράτίμοι

να διαβούν και τα νιόγαμπρα

με τ’αργυρά στεφάνια.

28.ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΦΟΥΝΤΩΤΟ (στόλισμα –ζώνουν γαμπρό)

Βρε κυπαρίσσι φουντωτό

Και σκύψε να σε στολίσουμε

Της Παναΐας τ’ άρματα

Και του Χριστού στολίσματα

29.ΣΤΟΥ ΑΗ ΘΑΝΑΣΗ ΤΗΝ ΑΥΛΗ

Στου Αη Θανάση την αυλή(2)

Πουλάκι πάεισε κι έκατσε(2)

Μόν’ ελαλούσε κι έλεγε

Ανθρώπινη λαλίτσα

Όλοι βοηθάτε αυτόν το νιο

Γιατί είν’ νιος κι αντρέπεται

30.ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΔΕΝΤΡΟ

Δείτε αυτόν το δέντρο

Πώς τον παίρνει ο αέρας(2)

Και τον κυματίζει(2)

Τ’ αργυρά του φύλλα(2)

Τα χρυσά κλωνάρια

 

31.ΞΥΠΝΑ ΠΕΡΔΙΚΟΜΑΤΑ ΜΟΥ

Ξύπνα περδικομάτα μου κι ήρθα στο μαχαλά σου

Κι άκουσα πως σε μάλωνε η σκύλα η πεθερά σου.

Σα σε μαλώσουν βάστα τα, σα σε βαρέσουν στρέξτα,

Όσο να ‘ρθει η άνοιξη, να ‘ρθει του καλουκαίρι,

Να ‘ρθει και ο χινόπωρος, να βράσουν τα βαένια,

Να βράσουν τα γλυκά κρασιά, να βγάλουν τις ρακίτσες,

Να κάμ’ ου μαύρους τη χαρά, να έρθου να σι πάρου.

32.(ΣΧΑΡΙΑΤΕΣ)

Γαμπρέ μ’ σαν θέλ’ς να κατεβείς,

Να ‘ρθεις να πάρ’ς τη νύφη,

Έλα τριγύρου, γύρου,

Να βρεις μηλιάς κλωνάρι,

Να δέσεις τ’ άλογό σου

Κι άντε να ξεπεζέψεις.

33.ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΑΝΟΤΡΑΠΕΖΑ

Αυτά τα λιανοτράπεζα

Θέλω να τα στολήσω

Με μόσχον με βασιλικό

Τριγύρω παλικάρια

Και στην κορφή μα……

Με τα χαρτιά στα χέρια

Τώρα καλώ παρακαλώ σας κι έλεγα

Παρακαλούσαν κι έλεγαν

Παρακαλούν και λένε

Να ‘τος ο Θος που εύχεται

Σ’ αυτόν το νοικοκύρη

Να ζήσει χρόνους εκατό

34.ΠΕΡΙΣΤΕΡΟΥΛΑ

Που’σταν περιστερούλα μου, τόσον καιρό χαμένη

Στους κάμπους όπου έβοσκα, στους κάμπους σεργιανούσα

Και τώρα το φθινόπωρο, κοντά στον Αη Δημήτρη

Βγήκα να μάσω κάστανα, με τ’ άλλα τα κορίτσια

κι ο βλάχος την αγνάντευε, από μια ψηλή ραχούλα

κορίτσια Καστανιώτικα, ελάτε παραπάνω

έχω δυο λόγια να σας πω και δυο να σας ρωτήσω

μην ήρθαν κλέφτες στο χωριό, μην ήρθαν Αρβανίτες

δεν ήρθαν κλέφτες στο χωριό δεν ήρθαν Αρβανίτες.

35. ΗΡΘΕΝ Ο ΝΙΟΣ ΚΑΙ ΚΟΝΕΨΕ (σχαριάτες)

Ήρθεν ο νιος και κόνεψε

Στη μέση από τη χώρα

Και την τρυγώνα γύρεψε

Και την τρυγώνα θέλει.

36. ΓΑΜΠΡΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΚΟΥΝΙΑΔΕΣ

Καμάρι πο ‘χουν ταπρόβατα

Καμάρι πο ‘χουν τα γίδια

Καμάρι που έχει και ο τσέλιγκας

Στο άλογο καβάλα.

Καμάρι που ‘χε κι ένας γαμπρός

Με τις πολλές κουνιάδες.

Η μια τον παίρνει το άλογο

Και η άλλη το ντουφέκι

Και η τρίτη η μικρότερη

Τον γλυκοκουβεντιάζει.

Γαμπρέ τι άργησες να ρθεις

Χορτάριασε η αυλή μας

Να έρχεσαι συχνά πυκνά

Να σκάσουν οι οχτροί μας.

37.ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΔΑΦΝΟΠΟΤΑΜΟ

Κάτω στο Δαφνοπόταμο

Και στα δασιά τριαντάφυλλα

Εκεί δαφνίζουν τα νερά

Εκεί κάθεται ο κύρ νουνός

Με τους τρακόσιους άρχοντες

Και τα εξήντα δυο αρχοντόπουλα

Στην πέτρα βγήκεν κι έκατσε

Κι ευχιούνταν τους κουμπάρους του

Να ζήσουν χρόνους εκατό

Να ασπρίσουν να γεράσουνε

Σαν την κορφή του Όλυμπου

Σαν τ’ άσπρο περιστέρι

Γεια σ’ Γιαννούλα μ’ γεια σ’

Σας αφήνω γεια.

 

 

 

 

ΦΛΙΕΣ

Τις αμέσως επόμενες μέρες του γάμου συνηθιζόταν οι πιο κοντινοί συγγενείς των νιόπαντρων (μέχρι και τρίτα ξαδέρφια), να καλούν σε τραπέζι και να τους φιλεύουν. Αυτές ήταν οι φλιες. Στις φλιες συνήθως τραγουδούσαν τα παρακάτω τραγούδια:

1. ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΣ

Μαλαματένιος τράπεζος ‘σημένια τα πιρούνια (2)

Στη μέση από τον τράπεζο κλήμα ήταν φυτεμένο(2)

Κάνει τα φύλλα πράσινα και τα σταφύλια μαύρα(2)

Και τα φαϊά που τρώγαμε μόσχος και καρυοφίλλι(2)

Και το κρασί που πίναμε σαν του λαγού το αίμα(2)

Και η κόρη από μας το κερνάει ξανθιά και μαυρομάτα(2)

Κέρνα κόρη μ’ κέρνα τα όλα τα παλικάρια(2)

Κέρνα τους νέους κέρνα τους όλους με την αράδα(2)

Και στο δικό μου το γυαλί ρίξε πικρό φαρμάκι(2)

Να το γυρίσω να το πιω να μου διαβούν οι πόνοι(2)

ή

2.ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΣ

Μαλαματένιος τράπεζος σημένια τα πιρούνια (2)

και τα φα’ι’ά που τρώγαμε μόσχος και καριοφίλι (2)

και το κρασί που πίναμε σαν του λαγού το αίμα (2)

και η κόρη από μας το κερνάει ξανθιά και μαυρομάτα(2)

κέρνα κόρη μ’ κέρνα τα όλα τα παλικάρια (2)

κέρνα τους νέους κέρνα τους όλους με την αράδα (2)

και στο δικό μου το γυαλί ρίξε πικρό φαρμάκι (2)

να το γυρίσω να το πιω να μου διαβούν οι πόνοι (2)

στη μέση από τον τράπεζο κλίμα ήταν φυτεμένο (2)

κάνει τα φύλλα πράσινα και τα σταφύλια μαύρα (2)

ή

3.ή ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΣ

Σε τούτ’ την τάβλα τη χρυσή, σε τούτο το τραπέζι

Τρεις μαυρομάτες μας κερνούν κι οι τρεις αράδ’ αράδα.

Η μια κερνάει με το γυαλί, η άλλη με την κούπα

Κι η τρίτη η μικρότερη, κερνάει με το ποτήρι.

Όσα ποτήρια τους κερνάει, τόσες ευχές τους λέει.

“Να ζήσουν χρόνους ικατό κι να τους απεράσουν”.

(απάντηση του πατέρα του γαμπρού)

Μαλαματένιος τράπεζος, ασμένια τα πηρούνια,

Κι τα φαϊά μας μύριζαν μόσκο και καρυοφίλλι

Κι ου νοικουκύρ’ς που τα’φκιανε, χρόνια πολλά να ζήσει.

Να ζήσει χρόνους ικατό κι εξάμηνα διακόσια.

ή

4.ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΣ

Ετούτο τ’ αργυρό τραπέζι

Με τι να το στολίσω

Τριγύρω τριαντάφυλλα

Στη μέση καριοφίλια

Μαλαματένιος τράπεζος

‘σημένια τα πηρούνια

και τα φαϊά που τρώγαμε

μόσχον και καριοφίλια

στη μέση από τον τράπεζο

κλίμα ήταν φυτεμένο

κάνει σταφύλια ροζακί

και το κρασί μοσχάτο

κι όσες μανούλες το ‘πιναν

καμιά παιδιά δεν κάνει

να το ‘πινε κι η μάνα μου

να μη με κάνει κι εμένα

σαν μ’ έκανε τι μ’ ήθελε

σαν μ’ έχει τι με θέλει

εγώ στα ξένα τράνεψα

στα ξένα θα πεθάνω.

 

5.ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΑΝΟΤΡΑΠΕΖΑ

Αυτά τα λιανοτράπεζα

Θέλω να τα στολήσω

Με μόσχον με βασιλικό

Τριγύρω παλικάρια

Και στην κορφή μα……

Με τα χαρτιά στα χέρια

Τώρα καλώ παρακαλώ σας κι έλεγα

Παρακαλούσαν κι έλεγαν

Παρακαλούν και λένε

Να ‘τος ο Θος που εύχεται

Σ’ αυτόν το νοικοκύρη

Να ζήσει χρόνους εκατό

 

ΠΣΤΡΟΦΙΑ

Συνήθως το πρώτο Σαββατοκύριακο τα νιόπαντρα επισκέπτονταν το πατρικό σπίτι της νύφης, όπου και τους φίλευαν. Αυτά ήταν τα Πστρόφια. Η νύφη τότε μόνο είχε το δικαίωμα να επισκευτεί τους δικούς της. Στα Πστρόφια τραγουδούσαν συνήθως τα παρακάτω τραγούδια:

1.ΣΑΝ ΚΙΝΗΣΕ Η ΛΥΓΕΡΗ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΝΑ ΠΑΕΙ

Σαν κίνησε η λυγερή στη μάνα της να πάει,

Σαν έβαλε να στολιστεί απ’ το πρωί ως το βράδυ,

Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθη

Και τον καθάριο αυγερινό τον βάζει δαχτυλίδι.

Κι η μάνα της την καρτερεί έξω από την πόρτα.

-Κόρη μ’ γιατί μας άργησες, να’ ρθεις να σε φιλέψω;

-Δεν ήταν άντρες στο χωριό, δεν ήταν παλικάρια,

που πήγες και με πάντρεψες πολύ μακριά στα ξένα;

2.Ο ΝΙΟΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΙ Η ΚΟΡ(Η) ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

Ο νιος απ’ την ανατολή κ’ η κόρ(η) από την πόλη,

Σαν πάησαν κι ανταμώθηκαν σε ξένο περιβόλι,

Τα δυο κρυφά κουβέντιαζαν, τα δυο κρυφά μιλούσαν.

-Ξένος εσύ, ξένος κι εγώ, το περιβόλι ξένο.

-Ξένε μου σαν πεινάσουμε, με τι ψωμί θα φάμε;

-Τα χείλη σου, τα χείλη μου, φραντζόλα για να φάμε.

-Ξένε μου σαν διψάσουμε, το τι νερό θα πιούμε;

-Το δάκρυ σου, το δάκρυ μου, γλυκό κρασί θα πιούμε.

-Ξένε μου σαν νυχτώσουμε το πού θα βραδιαστούμε;

-Ν’ ιδώ κόρη μ’ θα μείνουμε, ιδώ θα βραδιαστούμε.

-Ξένε μου σαν κρυώσουμε, με τι θα σκεπαστούμε;

-Την κάπα σου, την κάπα μου, τσέργα να σκεπαστούμε.

3.Ν’ ΙΨΕΣ ΠΕΡΔΙΚΑ ΕΠΙΑΣΑ

Ν’ ιψές περδίκα έπιασα και σήμερα τρυγόνα

Κι έκατσα και μαγείρεψα σ’ αρχοντικό τραπέζι

Κι αγκάλιασα τις έμορφες κι όλες τις μαυρομάτες.

Όλες κινούσαν κι έρχονταν, όλες με την αράδα

Και μια κοντή μελαχρινή, δε φάνηκε να έρθει.

Μου είπαν πως αρρώστησε κι αρρωστικό γυρεύει.

Θέλει νερό απ’ τον τόπο της και μήλα απ’ τη μηλιά της,

Θέλει και μοσχοστάφυλο απ’ την κληματαριά της.

Ν’ έστειλα τρεις αρχόντισσες και τρεις αρχοντοπούλες

Η μια να φέρνει το νερό κι η δεύτερη το μήλο

Κι η τρίτη η καλύτερη τη φέρνει το σταφύλι.

-Σήκω κόρη μ’ να φας, να πιεις, να καλογιοματίσεις!

Αρχική